Όπως το τριαντάφυλλο τα φύλλα σου ανοίγεις
στης αγκαλιάς σου το άρωμα σαν πέπλο με τυλίγεις
σαν πεταλούδα έρχομαι, φεύγω, ξαναγυρνάω
για να σου πω χίλιες φορές το πόσο σ’ αγαπάω

Εσύ ματάκια μου γλυκά είσαι η μέλισσά μου
παίρνω το μέλι απ’ τα φιλιά σαν σ’ έχω αγκαλιά μου

Των αστεριών το ξύπνημα, του φεγγαριού η λάμψη
του ήλιου η καυτή πνοή, να υφάνουν με μετάξι
τους δρόμους που θα περπατάς για να μεγαλουργήσεις
με την αγάπη οδηγό να πας και να γυρίσεις!!

Από μικρή ψηνόμουνα αντίδρασης στοιχείο
κι όταν εναντιώθηκα την έκανα λαχείο

πλακώσαν οι κατραπακιές, το να μετά το άλλο
και έπεσα μες την σύρραξη με πανικό μεγάλο

όλοι απομακρύνθηκαν απ την σημαδεμένη
μες την δική τους την φωλιά κι ας ήταν λερωμένη

μέχρι και εσύ που σκάλιζες πορτραίτο την μορφή μου
με ελαφρά πηδήματα την έκανες ψυχή μου

μες την πυρά το έναυσμα της καύσης μου να δώσεις
αρκεί απ τα τσιμπήματα του νόμου να γλυτώσεις

πέντε δεκάρες φάσκελα σε αυτούς που μ’ αγαπάνε
και σέρνοντας την ζήση μου σαν τους λαγούς σκορπάνε

Εγώ

Τόσα εκατομμύρια που ‘δωσα να σε πάρω
είχα το κόμμα χορηγό, τον πρόεδρο κουμπάρο
το κεραμίδι το χρυσό πάνω από το κεφάλι
ας όψεται η λαμογιά και η μίζα η μεγάλη

Μες τις πισίνες τις ζεστές με χιόνια εγώ βουτάω
και για το δημογραφικό ποτέ μου δεν ρωτάω
μπορεί να είμαι σκερβελές, γούστο μου και καμάρι
ποια είναι αυτή η τυχερή που θα ‘ρθει να με πάρει

Εσείς
Να ζήσετε με ψίχουλα και πενιχρές συντάξεις
γιατί το φύλλο το καλό πρέπει πολύ να ψάξεις
και σαν το βρεις η κάνουλα του χρήματος ανοίγει
ενώ τους αναξιοπαθείς η πείνα θα τους πνίγει

΄Αλλοι χάνουν τα σπίτια τους με funds έχουν νταλκάδες
εγώ γυρνάω με κότερα και με σεκιουριτάδες
έχω χλιδής οράματα ο διάολος να με πάρει
εσείς είστε τυχάρπαστοι και πάρτε το χαμπάρι

Η τράπεζα το πρωινό στον δίσκο θα μου φέρει
το δάνειο εκτινάχθηκε μα δεν κρατούν τεφτέρι
εσύ χρωστάς τα ψίχουλα το σπίτι σου θα χάσεις
φα το και αποδέξου το, άστεγος θα γεράσεις

Αυτοί
΄Ετσι δουλεύει το κακό
είσαι αποτυχημένος
κι από αυτούς που ψήφισες
πλήρως βεβηλωμένος

΄Ολα τα ‘καψα για σένα
όλα τα θυσίασα
(μισθωτούς, συνταξιούχους
εύκολα τους βίασα)
Τους κολλητούς χρημάτισα
έργα τους έχω δώσει
κι αν δεν τελειώσουν όσο ζω
ποτέ τους και μη σώσει

Τα λόγια είναι εύκολα
τίποτα δεν πληρώνεις
τον θάνατο που προκαλείς
σαν θα ‘ρθει ασημώνεις
Το μέτωπό μου καθαρό
δεν έχω και το ξέρω
αμέσως όμως το ξεχνώ
εσένα όταν θα φέρω

Θα σε ανεβάσω στα βουνά
στο χώμα καρφωμένη
θα σε υμνήσω σαν θεά
ακριβοπληρωμένη
Τα δάση υποκλίνονται
τον αρχηγό τιμούνε
και όσα εγκλήματα στυγνά,
έγιναν, δεν θυμούνται

Τιμόνι μου απερίσπαστο
είμαι ο καπετάνιος
δαιμόνιος και ακούραστος
και για το πλήθος «άγιος»

Μ’ αρέσει να ‘μαστε αγκαλιά
να νοιώθω την μαντήλα
και στους νεκρούς της λευτεριάς
να ανάβω την καντήλα

μην φτύνετε όλοι μαζί
φτύνετε ένας, ένας
το οικόσημο φιλοξενεί
φαμίλια της καδένας

Μαζί θα πλέουμε τα δυο
τις νύχτες στο Αιγαίο
το πέλαγος είναι αρκετό
το ραντεβού μοιραίο

αφήστε τους να αλυχτούν
τραβώντας τα μαλλιά τους
εμείς φίλοι θα είμαστε
και εκείνοι την δουλειά τους

Μπροστά στην δύναμη του ονόματος
η θηλυκότητα κοχλάζει
η βεβαιότητα ενσυναίσθητα
τα δυο τα χέρια της τινάζει

Σεμνός ο έρωτας στο τώρα του
θα πρεπε να ταν όπως τότε
που τα κορμιά μας στροβιλίζονταν
στης ολοκλήρωσης τα φόρτε

΄Επεσα μα δεν με κατέκτησες
γοητευμένη μα ακέρια
και αποδέχομαι τους όρους σου
μπρος στου μυαλού σου την συνέργεια

Ξέρω τα βήματα που σ έφεραν
μοιάζουνε τόσο στα δικά μου
μα αυτό δεν άλλαξε σε τίποτα
το να συχνάζεις στην καρδιά μου

Είστε πικρόχολοι πολύ και με κακία τόση
μην δείτε άνθρωπο στην γη, να θέλει να προκόψει
τα ακριβά αγόρασα χαλιά για να περάσει
πόδι αριστοκρατικό, επενδυτής σαν φτάσει..

Μας εσείς που μόνο άρβυλα φοράτε στα ποδάρια
στων γύφτων και ξυπόλητων είστε σαφώς τα χνάρια
και δεν αντιλαμβάνεστε εκλεπτυσμένο γούστο
και όταν κερδίζετε λεφτά τα βάζετε στον μπούστο..

Ίσα δεν είναι και όμοια οι υπουργοί και οι άλλοι
για αυτό το τερματίζουμε και κάτω το κεφάλι
μην πω στον αυτοκράτορα όλους σας να σας κάψει
στο τραίνο το επόμενο που τις φωτιές θα ανάψει..

Εσάς σας έχω ικανούς στο ακριβό χαλί μου
επάνω την ανάγκη σας, να κάνετε καλοί μου..

(Τίνος είναι ο παράς, θα το δείξει ο κουμπαράς..)

Στον ύπνο μου φωνάζω το όνομά σου
και είμαι η ανάσα η δικιά σου
ψάχνω το χέρι σου να βρω να το κρατήσω
και μου περνάει απ’ το μυαλό να αυτοκτονήσω

Δεν το αξίζω όμως έτσι να πονάω
που υπερβάλλω και παράλογα μιλάω
φταίει η θηλιά που στον λαιμό μου την τυλίγεις
με αυτό το χέρι σου που έψαχνα, με πνίγεις

Το ξέρω πάλι απ το μηδέν θα ξεκινήσω
θεός δεν είμαι τον ληστή να συγχωρήσω
φεύγεις την ώρα που βοήθεια σου ζητάω
και δεν σε νοιάζει που δεν έχω, που να πάω

Στο χώμα που τις φύτεψαν
βλέπω πως δεν βλασταίνουν
ενώ οι τιμές του ρεύματος
συνέχεια ανεβαίνουν

τα χέρια που μας έκλεψαν
ότι ήταν κεκτημένο
με χειροπέδες να δεθούν
είναι επιβεβλημένο

εγώ μετρώ τα βήματα
της λευτεριάς κομμάτια
ανοίγοντας προοπτικές
σε άλλα μονοπάτια

έχουν γκριζάρει τα μαλλιά
και αυτό που με πεισμώνει
είναι που μαύρισαν κι αυτό
το κάτασπρο το χιόνι

πιάνει το χέρι το χαρτί
και αλήθειες ζωγραφίζει
και γίνεται αμφίβολο
πως και η γη γυρίζει

ένας την λύση θα βρεθεί
να την υλοποιήσει
γιατί εγώ και όχι εσύ
ποτέ δεν θα ρωτήσει