Στις πιο απόμακρες ακτές κει που το κύμα
πολεμάει το βράχο
βγήκα μια νύχτα κι απ το φόβο μου
ξενύχτησα
λούστηκα στην αλμύρα αυτής της θάλασσας
και στέγνωσα σε ένα χαμόγελο
λάμψε και φώτιζε αστέρι την ελπίδα των ανθρώπων
εσύ πλασμένος είσαι την ζωή να προστατεύεις
ημίθεος και άνθρωπος μαζί
το λίγο να το μεγαλώνεις και το μικρό, σημείο αναφοράς
να το χεις
για να μαθαίνεις τους αδύναμους πως είναι να σαι
άριστος σε αυτό που κάνεις
δίχως να μικραίνεις
και το μπορώ να γίνεται τραγούδι
κι ύστερα ζεστασιά αφής
καθώς τα χέρια θα κρατιούνται
παρατεταμένα
εκεί θα ρθει κρυμμένο το όνειρο
να σε γυρέψει
εκεί θα πω το όνομά σου
δυνατά
για να το μάθουν όσοι γεννηθούν
μετά από σένα
πόσο περήφανη είναι η μέρα
που υμνεί το ξύπνημά σου
Συντάκτης: georgia z
Παιδάκι μου
Παιδάκι μου να σε χαρώ
μαργαριτάρι μες την χούφτα
που ζω σε σένα το χρωστώ
έχεις καρδιά για όλα τα γούστα..
Εσύ με κράτησες ορθή
τον χρόνο πίσω θα γυρίσω
όπου δεν ήμουνα σωστή
όλα τα λάθη μου να σβήσω
Παιδάκι μου έργο ζωής
η προσευχή στην εκκλησία
ότι ζητήσεις θα μια εκεί
σε κάθε θέλω σου θυσία
Η μαλαστούπα
Από το φόρουμ των Α-Δελφών
μια είδηση σας στέλνω
τα σιχαρίκια άφιξης μες την βαλίτσα
φέρνω
με έκοψε η πείνα μακριά απ την
πρωθυπουργία
καλός ο Κούλης όμως δεν
είναι καμιά αγία (κομμένη η μακακία)
Όσο μπορούσα έκατσα μακριά απ το
τραπέζι
άρχισε το στομάχι μου ταμπούρλο να μου
παίζει
η Αμερική πέφτει μακριά ταξίδι για να
πάω
τσίτα με την μπανάνα της τρελά
χοροπηδάω
Ξεχάστε δημοψήφισμα, ποτέ δεν έχει
γίνει
για των Πρεσπών το γεγονός , πάρτε μια
ασπιρίνη
πλύθηκα, ήρθε η κάθαρση στο μέσα και στο
έξω
τους δαίμονες της δεξιάς, με αγιασμό θα
βρέξω
ό σες αρλούμπες έλεγα, του Σύριζα δοξάρι,
τις ξέχασα
γιατί εγώ είμαι άξιο παλληκάρι
και όσα υπονοούμενα για χούντα θα
γραφούνε
πείτε σε όσους τα γράφουνε να πάνε να
ξυστούνε…
Μικρό και τριανταφυλλένιο
Μια ανθισμένη πασχαλιά είναι τα δυο σου χείλη
τριαντάφυλλα του πρωινού μπουμπούκια του Απρίλη
μενεξεδένια μου ματιά γλυκό γαρύφαλλο μου
θέλω να σ’ έχω δίπλα μου φύλακα και οδηγό μου
να μεγαλώνεις σαν δεντρί τον ήλιο να αγναντεύεις
μες την ζεστή σου αγκαλιά αγάπη να ξοδεύεις
τέτοια αγάπη αληθινή όλος ο κόσμος να έχει
να μας γλυτώνει απ τους κακούς
και απ τα δικά τους λάθη
Το κακό έχει όνομα
Τα γουρλωμένα μάτια μου ρολόγια που κουρδίζονται
κι όσοι κοιτούν το βλέμμα μου στα γέλια ξεκαρδίζονται
είμαι ένα σύμβολο κακού που όποιος βρεθεί κοντά του
κραυγή θα βγάλει φοβερή θα πάει απ΄την καρδιά του
Πολύ δεν θέλει το κακό , όπως η κατσαρίδα
να μπει μέσα στο σπίτι μας και να χαθεί η ελπίδα
απεντομώσεις ύστερα και η σκούπα να χτυπάει
μέχρι να δεις το σίχαμα πόδια να μην κουνάει
Τι άλλο να κάνω σπαθιά να καταπιώ;
Σας έβαλα γεννήτριες, μόνες τους δεν φυτρώσαν
τα δάση τα κατέκαψα, φωτιές τα απανθρακώσαν
μαρτυρικός ο «θάνατος» εις των Τεμπών τα μέρη
καλή η εξομολόγηση μα έλεος δεν θα φέρει
Να ζούμε μες την φυλακή οι καλοταϊσμένοι
ασύμφορο για τον λαό, κάλιο παραχωμένοι
μα ποιος θα κάνει την αρχή κανένας δεν χορεύει
γι αυτό η μαϊμού τον πισινό του λιονταριού «βατεύει» ..
Ξέρω τι θέλω
Ξέρω τι θέλω κι απαιτώ
Να με χειροκροτήσεις
Όταν κοντά μου θα βρεθείς
Για να με κατακτήσεις
Να ξεσηκώσεις το μυαλό
Το σώμα τις αισθήσεις
Θύμα να γίνεις ηδονής
Και θέμα στις ειδήσεις
Δεν θέλω μετριότητες
Αναβολές και ίσως
Μόνο την βεβαιότητα
Αγάπη δίχως μίσος
Όλα να αρχίσουν στο μηδέν
Στον ουρανό να φτάσουν
Τα χέρια στο γυμνό κορμί
Το όχι να σκεπάσουν
ε
Τρύγος ξένων σταφυλιών
Λαμόγια εδώ, λαμόγια εκεί
λαμόγια παραπέρα,
απ την φιλευσπλαχνία μας
έχουνε πάρει αέρα
Και μπαίνει το ερώτημα
τίμιοι «ρεμπεσκέδες»
εμείς τρώμε κουτόχορτο
και εσείς τρώτε κεφτέδες;
ειδοποιός διαφορά
ανθρώπων και γαϊδάρων
ιδεατός ο κόσμος μας
στο πέλαγος των φάρων
Μα εγώ έχω μέτωπο ψηλά
στα μάτια σου κοιτάζω
και ότι υπάρχει μέσα σου
σαν σάτυρος χλευάζω
Χρόνο δεν βρήκες για να ρθεις
Χρόνο δεν βρήκες για να ρθεις
κι είναι πικρό σαν σκέψη
ο ουρανός συννέφιασε
έτοιμος για να βρέξει
Μα είσαι του ήλιου μου το φως
και πώς να σε μαλώσω
ότι υπάρχει μέσα μου
θέλω να σου το δώσω
Χρόνο δεν βρήκες για να ρθεις
κι αυτό που με τρομάζει
είναι η περίλυπη ψυχή
που από το δάκρυ στάζει
Μα είσαι ο ήχος της φωνής
που όταν της μιλήσω
με στέλνει μες τον ουρανό
στην λάμψη σου να ζήσω
Εσύ και εγώ
Εσύ ο λαός ο αρακάς και εγώ η αγκινάρα
για χρόνια παίζουμε μαζί την μακριά γαϊδάρα
ρόλοι φθηνοί και σκοτεινοί μπαίνουνε στο πετσί μας
μερίδες δυσανάλογες έχουμε στο φαί μας
Θέλω να είστε κόσμιοι συνθήματα μην λέτε
κι όταν τον Τούρκο σκέφτεστε συνέχεια να κλαίτε
το αίσθημα υποταγής να σας διακατέχει
το έργο ακατάλληλο για όποιον δεν αντέχει
Μιάσματα αν μοιάζουμε και μας χαρακτηρίζει
μια δυσοσμία έντονη ψοφίμι που θυμίζει
απ το τιμόνι φεύγοντας της ακυβερνησίας
θα πάρετε το μήνυμα μια φαύλης εξουσίας
Κι όσα υποκατάστατα θα μ’ αντικαταστήσουν
τι νοιώθατε για μένα νε ποτέ δεν θα ρωτήσουν
τους συνοδεύει και αυτούς του έθνους η κατάρα
καμένος και ο αρακάς, μαύρη και η αγκινάρα