Στον ύπνο μου φωνάζω το όνομά σου
και είμαι η ανάσα η δικιά σου
ψάχνω το χέρι σου να βρω να το κρατήσω
και μου περνάει απ’ το μυαλό να αυτοκτονήσω
Δεν το αξίζω όμως έτσι να πονάω
που υπερβάλλω και παράλογα μιλάω
φταίει η θηλιά που στον λαιμό μου την τυλίγεις
με αυτό το χέρι σου που έψαχνα, με πνίγεις
Το ξέρω πάλι απ το μηδέν θα ξεκινήσω
θεός δεν είμαι τον ληστή να συγχωρήσω
φεύγεις την ώρα που βοήθεια σου ζητάω
και δεν σε νοιάζει που δεν έχω, που να πάω