΄Ολα τα ‘καψα για σένα
όλα τα θυσίασα
(μισθωτούς, συνταξιούχους
εύκολα τους βίασα)
Τους κολλητούς χρημάτισα
έργα τους έχω δώσει
κι αν δεν τελειώσουν όσο ζω
ποτέ τους και μη σώσει

Τα λόγια είναι εύκολα
τίποτα δεν πληρώνεις
τον θάνατο που προκαλείς
σαν θα ‘ρθει ασημώνεις
Το μέτωπό μου καθαρό
δεν έχω και το ξέρω
αμέσως όμως το ξεχνώ
εσένα όταν θα φέρω

Θα σε ανεβάσω στα βουνά
στο χώμα καρφωμένη
θα σε υμνήσω σαν θεά
ακριβοπληρωμένη
Τα δάση υποκλίνονται
τον αρχηγό τιμούνε
και όσα εγκλήματα στυγνά,
έγιναν, δεν θυμούνται

Τιμόνι μου απερίσπαστο
είμαι ο καπετάνιος
δαιμόνιος και ακούραστος
και για το πλήθος «άγιος»

Μ’ αρέσει να ‘μαστε αγκαλιά
να νοιώθω την μαντήλα
και στους νεκρούς της λευτεριάς
να ανάβω την καντήλα

μην φτύνετε όλοι μαζί
φτύνετε ένας, ένας
το οικόσημο φιλοξενεί
φαμίλια της καδένας

Μαζί θα πλέουμε τα δυο
τις νύχτες στο Αιγαίο
το πέλαγος είναι αρκετό
το ραντεβού μοιραίο

αφήστε τους να αλυχτούν
τραβώντας τα μαλλιά τους
εμείς φίλοι θα είμαστε
και εκείνοι την δουλειά τους

Μπροστά στην δύναμη του ονόματος
η θηλυκότητα κοχλάζει
η βεβαιότητα ενσυναίσθητα
τα δυο τα χέρια της τινάζει

Σεμνός ο έρωτας στο τώρα του
θα πρεπε να ταν όπως τότε
που τα κορμιά μας στροβιλίζονταν
στης ολοκλήρωσης τα φόρτε

΄Επεσα μα δεν με κατέκτησες
γοητευμένη μα ακέρια
και αποδέχομαι τους όρους σου
μπρος στου μυαλού σου την συνέργεια

Ξέρω τα βήματα που σ έφεραν
μοιάζουνε τόσο στα δικά μου
μα αυτό δεν άλλαξε σε τίποτα
το να συχνάζεις στην καρδιά μου

Είστε πικρόχολοι πολύ και με κακία τόση
μην δείτε άνθρωπο στην γη, να θέλει να προκόψει
τα ακριβά αγόρασα χαλιά για να περάσει
πόδι αριστοκρατικό, επενδυτής σαν φτάσει..

Μας εσείς που μόνο άρβυλα φοράτε στα ποδάρια
στων γύφτων και ξυπόλητων είστε σαφώς τα χνάρια
και δεν αντιλαμβάνεστε εκλεπτυσμένο γούστο
και όταν κερδίζετε λεφτά τα βάζετε στον μπούστο..

Ίσα δεν είναι και όμοια οι υπουργοί και οι άλλοι
για αυτό το τερματίζουμε και κάτω το κεφάλι
μην πω στον αυτοκράτορα όλους σας να σας κάψει
στο τραίνο το επόμενο που τις φωτιές θα ανάψει..

Εσάς σας έχω ικανούς στο ακριβό χαλί μου
επάνω την ανάγκη σας, να κάνετε καλοί μου..

(Τίνος είναι ο παράς, θα το δείξει ο κουμπαράς..)

Στον ύπνο μου φωνάζω το όνομά σου
και είμαι η ανάσα η δικιά σου
ψάχνω το χέρι σου να βρω να το κρατήσω
και μου περνάει απ’ το μυαλό να αυτοκτονήσω

Δεν το αξίζω όμως έτσι να πονάω
που υπερβάλλω και παράλογα μιλάω
φταίει η θηλιά που στον λαιμό μου την τυλίγεις
με αυτό το χέρι σου που έψαχνα, με πνίγεις

Το ξέρω πάλι απ το μηδέν θα ξεκινήσω
θεός δεν είμαι τον ληστή να συγχωρήσω
φεύγεις την ώρα που βοήθεια σου ζητάω
και δεν σε νοιάζει που δεν έχω, που να πάω

Στο χώμα που τις φύτεψαν
βλέπω πως δεν βλασταίνουν
ενώ οι τιμές του ρεύματος
συνέχεια ανεβαίνουν

τα χέρια που μας έκλεψαν
ότι ήταν κεκτημένο
με χειροπέδες να δεθούν
είναι επιβεβλημένο

εγώ μετρώ τα βήματα
της λευτεριάς κομμάτια
ανοίγοντας προοπτικές
σε άλλα μονοπάτια

έχουν γκριζάρει τα μαλλιά
και αυτό που με πεισμώνει
είναι που μαύρισαν κι αυτό
το κάτασπρο το χιόνι

πιάνει το χέρι το χαρτί
και αλήθειες ζωγραφίζει
και γίνεται αμφίβολο
πως και η γη γυρίζει

ένας την λύση θα βρεθεί
να την υλοποιήσει
γιατί εγώ και όχι εσύ
ποτέ δεν θα ρωτήσει

΄Ετσι σιωπηλά που με σκοτώνεις
έγινε ο θάνατος γιατρός
του μυαλού τον έλεγχο θολώνεις
και εγώ νοιώθω τόσο τυχερός..

ήτανε γραφτό να σε γνωρίσω
απ την ώρα που χα γεννηθεί
τα δειλά μου βήματα μαζί σου
να πνιγούν μες την κατακραυγή

Απ την κορυφή που χαμηλώνει
θα ζητήσω κάτι απ τον θεό
από το μαζί πάλι στο μόνος
κι ύστερα θα πω ευχαριστώ

Αν γύριζα τον χρόνο προς τα πίσω
σε κείνες τις δικές μας τις στιγμές
θα σε είχα φυλακίσει στο κορμί μου
για να χω μες το αύριο το χθες

σαν ζάχαρη λιωμένη στο νερό σου
αμίλητες κινήσεις των χεριών
ποτάμι που κυλάει μες τα πόδια
και λάμπει απ το φως των αστεριών

το γέλιο σου λουλούδι ανθισμένο
δεν μου ‘δωσε τον χρόνο να σου πω
πως αν θελήσεις πάλι να ξανάρθεις
θα χω το φως του έρωτά μου ανοιχτό

και την σταγόνα του νερού
θα την χρυσοπληρώσεις
την επική οργάνωση
αν θέλεις να ασημώσεις

τροφοδοτείς το σύστημα
λαδώνεις τα γρανάζια
να τρέχουν οι επαΐοντες
με δυνατά τα γκάζια

πώς να επιζήσουμε κι εμείς
χωρίς το κατιτίς μας
θα χουμε στομαχόπονους
και πτώση της τιμής μας

όταν φιρμάνια θα ‘ρθουνε
κι οι εντολές γραμμένες

(εμείς τις υποσχέσεις μας
τις έχουμε «σχι-σμένες»)
όποιος τολμάει ας αρνηθεί
κι ας κλάψει τις πομπές μας..