Σκύλος αν ήμουν άγριος, φίμωτρο θα φορούσα
στα μέσα της μεταφοράς όταν κυκλοφορούσα
θα δάγκωνα από μέσα της θα γαύγιζα με λύσσα
όποιον με κοίταζε λοξά, στα πόδια του τα τσίσα

Με βρήκαν όμως αφελή, στα δύο μου τα πόδια
Μου κόβουν την αναπνοή, μου βάζουνε εμπόδια
Κι όπως θαυμάζω το φιλί Μακρόν σε Μητσοτάκη
χωρίς κανένα φίμωτρο, το πίνω το χαπάκι

Μήπως είναι στο κούτελο η όποια ένδειξή μου
για να γλυτώσω πρόστιμο φορώ και το βρακί μου
αρκεί να είναι καθαρό, φρεσκοσιδερωμένο
για να μπορέσω να διαβώ της μοίρας το γραμμένο.

Είχες την λάμψη της πανσέληνου
στο βλέμμα μου, μικρή μου αγάπη
όταν στο πλάι μου περπάταγες
και μοιραζόμασταν το κάτι
Θάμπος στα μάτια μου κι ας το ‘ξερα
της φαντασίας μου ήσουν πλάσμα
στα βράχια χτύπησε η τύχη μας
μες του απρόβλεπτου το κλάσμα
Όταν η κλίση στο καράβι μας
πήρε τον δρόμο του βυθού της
έγινε σύννεφο η λάμψη τους
και μαύρη μπόρα του χαμού της
Τούτη η πανσέληνος που φώτισε
της απουσίας τα σκοτάδια
γεμίζει το κενό που άφησαν
της προδοσίας τα σημάδια
Αυτή η καρδιά μου που σταυρώθηκε
και για την λήθη σου παλεύει
πως ζει η αγάπη στην αλήθεια της
λέει δυνατά, και το πιστεύει

Αυτό το γεωτρύπανο σκάλωσε που να πάρει
εκεί που ξέρει όμως αν μπει, θα γίνουμε ζευγάρι
κάθε που σεκλετίζομαι ένα τζαμί ανοίγω
και από τους διαλόγους μας, δηλώνω πως θα φύγω

΄Ολο φοβέρες και απειλές, σαν κεραυνός χτυπάω
και στο Αιγαίο πρόσφυγας πετρέλαιο ζητάω
Φωτιές ανάβω συνεχώς, το ακαταλόγιστό μου
παράσημο στους ώμους μου, στάχτη στο πρόσωπό μου

Χτυπούν τηλέφωνα βουβά, για να με συνετίσουν
και οι αντίπαλοι κοιτούν, ούτε που να με φτύσουν
να αλλάξω στάση μου ζητούν, και με χαϊδολογάνε
μα σαν θυμώσω θα κρυφτούν, δεν θα χουν που να πάνε

Προφήτης τους προέκυψα, κι ας μην τα αναγνωρίζουν
Τα δυο μου διαβολόμματα χάντρες που φωσφορίζουν
Γελώ και δέρνω, με φωνή, σκληρή σαν τον γρανίτη
και σαν αρκούδα τους τραβώ, με τον χαλκά στην μύτη

Του Ιβίσκου, κόκκινο το χρώμα,
τα φύλλα έστρωσα στο χώμα
ροδόνερο φιλιά στο στόμα
μικρός ο ήλιος σου ακόμα

Γλυκό παιδί του αγρού λουλούδι
στα χείλη στίχος και τραγούδι
του έφηβου το πρώτο χνούδι
φτερούγες βγάζει το αγγελούδι

Αν πέσω στην ανάγκη σου θεός να με φυλάει
όλη η ζωή που σου ‘δωσα στράφι και αυτή θα πάει
αυτό όμως συνηθίζεται να δίνεις να μην παίρνεις
και στον αγρό τον άνυδρο τον σπόρο σου να σπέρνεις

Όλα δεχούμενα λοιπόν μα άφαντο το ταίρι
έστω και αν νυχθημερόν του στήνω εγώ καρτέρι
σαν σκέφτομαι μην έφταιξα, η κακούργα, που όλο δίνω
στο άδειο το ποτήρι μου αχαριστία πίνω

Πως είναι αυτονόητα τα πράγματα δεν λέω
αγάπη, έρωτας, καημός, πολλάκις τα συγχέω
χάρτινες είναι οι ψυχές, και στην βροχή θα λιώσουν
για να ρωτήσουνε αν ζεις, χέρια θα ασημώσουν..

Μα η ελπίδα εύθραυστο λουλούδι περιμένει
βλέπει, ακούει, επιθυμεί, πάντα σοφή σωπαίνει
πάνω στα χείλη τα πικρά θέλει να περπατήσει
και στις ψυχές που κλείσανε, την πόρτα θα χτυπήσει..

Ελλάδα χώρα των θαυμάτων
ιών και ύποπτων κρουσμάτων
με μάσκα στριγκ θα τριγυρίζεις
για νίκες θα πανηγυρίζεις

Ελλάδα όλα τα αντιστρέφεις
και στους υπεύθυνους προσβλέπεις
σ’ όσες συμβήκαν τραγωδίες
πλημμέλημα οι κατηγορίες

Ψέκασμα, σκούπισμα και τέλος
και στους κατώτερους το βέλος
Αλί σ’ αυτούς που έχουν φύγει
φωτιάς το σύννεφο που πνίγει

Σιχάθηκα πια να ακούω
για αυτό τον κώδωνα θα κρούω
για γλάστρες οι τηλεοράσεις
δημιουργούμε αντιστάσεις

Τον πέθαναν πριν να πεθάνει
ποτέ το σύστημα δεν χάνει
αυτοί να κάνουν την δουλειά τους
κόντρα εμείς στα σχέδιά τους.

Αν είχε η αθωότητα φωνή για να μιλήσει
θα υπέγραφε επάνω σου πως θα μεγαλουργήσει
σε τούτα τα ματόκλαδα το φως σαν λαμπυρίσει
η Παναγιά το θαύμα της και πάλι θα ευλογήσει

Κρινάκι άσπρο της αυγής, της πίστης μου ελπίδα
ουράνιο τόξο που θα βγει, του ναυτικού η πυξίδα
σαν παίρνεις πόζα να σε δω, ανθός που μεγαλώνει
βγαίνουν στην πλάτη μου φτερά και το χειλάκι λιώνει

΄Ητανε θέλημα θεού, που με τον ερχομό σου
μετρώντας λάθη μιας ζωής, βρήκα τον θησαυρό σου
έγιναν πια μετρήσιμα όλα τα βήματά μου
το σύμπαν αφουγκράστηκε και σε έστειλε κοντά μου

Καρδιά να πάψεις να ζητάς τα δύσκολα να σβήσεις
ευχές για ολόλευκη ψυχή, μόνο να ξεστομίσεις
Τίποτα δεν θα χρειαστείς, μόνο το κάλεσμά του
κι όταν θα έρθει να σε δει, πέσε στην αγκαλιά του

Τον φόρτωσες τον γάιδαρο για να σου μεταφέρει
ότι η πλάση σου ‘δωσε με προσφοράς το χέρι
μα εσύ γαϊδούρι δίποδο, επάνω του φορτώνεις
όλη την κτηνωδία σου, για να «επιβιώνεις»

Ντροπή δεν έχεις μέσα σου, λίγο να κοκκινίσεις
αντί γαιδάρου θα έπρεπε, πάνω σου να κρατήσεις
το βάρος που στο ζωντανό ασύστολα ανεβάζεις
την ηθική που «σου» χρωστάς, αδιάφορα χλευάζεις

Πως σαν και σ’ εσένανε πολλοί υπάρχουν το γνωρίζω
όμως την τιμωρία τους εγώ δεν την ορίζω
Υπάρχει όμως, μην ξεχνάς, η θεία τιμωρία
που ορίζει την κατάληξη, στα άγρια «θηρία»..

Με την κάννη στραμμένη σε μένα
σημαδεύεις χωρίς να πονάς,
ένα ένα τα χρόνια περνάνε
φεύγουν χάνονται πλέον για μας

Σε ευθεία βολή η σκανδάλη,
και το χέρι σου αν τρέμει κοιτώ
μην δειλιάσεις εγώ σου χρωστάω
θα ξοφλήσω το παλιό σ’ αγαπώ

Ένας χτύπος την αγάπη θα σπάσει
σε χιλιάδες κομμάτια γυαλιά,
όπως όλα κι αυτό θα περάσει,
το ξημέρωμα θα ‘ρθει ξανά

Νομίζω σημαδεύτηκες ο χάρος να μην σ’ έβρει
στα επίκτητα σημάδια σου εσύ θα πεις αλεύρι
μπράτσα, οπίσθια δάκτυλα όλα ζωγραφισμένα
να ψάχνει ο δημιουργός στα άστρα για τον κανένα

Το τατουάζ σου ζωντανό, σώμα ψυχή κοιμάται
την ώρα όμως της σύλληψης το σ’ αγαπώ θυμάται
γυμνός στα χέρια του θεού, που από την ματιά του
φυσάει ανάσα της ζωής, στα αμφίβολα παιδιά του

Να δω πως σβήνεις ζωγραφιές όταν το μετανοιώσεις
και ότι σε αλλοίωσε θέλεις να το ξηλώσεις
τρέχεις στο άλμπουμ της ζωής, στο πίσω ξεφυλλίζεις
έχοντας την ψευδαίσθηση ότι ξανά αρχίζεις