Δεν μπορώ μανούλα μ’ δεν μπορώ
αχ σύρε να φέρεις τον γιατρό
όχι ψεκασμένο αφελή
που τον κίνδυνο παραμελεί

Νοιώθω να ανεβαίνει ο πυρετός
από την δουλειά μου είμαι εκτός
ο γιατρός για να ‘ρθει θέλει λεφτά
δώσε μου αν έχεις και δανεικά..
(αχ θα τα τινάξω τα πέταλα)

Δεν μπορώ μανούλα μ’ δεν μπορώ
φέρε μου να εμβολιαστώ
Αρρώστησα μανούλα μ’ αρρώστησα
την σύριγγα να φέρεις και χώστηνα..

όσφρηση δεν έχω, κακό κι αυτό
μες τον πανικό μου κατρακυλώ
φέρε ψυχιάτρους για να με δουν
άμα κατορθώσουν έξω να βγουν

Δεν μπορώ μανούλα μ’ δεν μπορώ
δεν το φανταζόμουν τέτοιο κακό
Τάματα θα κάνω στις φαρμακευτικές
τι θα κάναμε χωρίς αυτές

Φάρμακο που να βρω για να το πιω
και να τερματίσω τον εγκλεισμό
μου ‘μεινε η μάσκα να την φορώ
αχ δεν τον αντέχω τον κόσμο αυτό

Μαντρωμένοι σε Βερολίνο,
σε Παρίσι
Λονδίνο
κι εδώ
Πόσα τέρμινα είναι μπροστά μας
μέχρι να ‘ ρθει η ώρα να βγω..

Σώθηκα από τον Τσύριζα και η Νδ με σώζει
έγινε η κατοικία μου παράγκα καραγκιόζη
Ευλογημένα κόμματα πόσο μας βοηθάτε
εκτός από τις μίζες σας τις κάλτσες μας θα φάτε

Αυτοκτονήσανε πολλοί απ’ την βοήθειά σας
ώρα καλή στην πρύμνη σας και αέρα στα πανιά σας

Πολλά τα δρομολόγια
αφορισμοί μεγάλοι
χωρίς παπά με θυμιατό
και από δω, παν κι άλλοι

Την υφαλοκρηπίδα μας
έχουνε ψηλαφίσει
στο δίκιο του ισχυρού
έχουνε εντρυφήσει

Κυρώσεις, καυτηριασμοί
προς το παρόν δεν παίζουν
παίρνουνε υποβρύχια
και οι Γερμανοί εμπαίζουν

γράφοντας στα παπούτσια τους
τις διαμαρτυρίες
για συμφωνίες πέτσινες
κάνοντας νουθεσίες..

Αν ήμουν Αστραπόγιαννος για να σας τιμωρήσω
ποτέ δεν θα αποφάσιζα κανέναν να ψηφίσω
απ’ όσους έταξαν λαγούς και πετραχήλια πλείστα
μα τα ρολά κατέβασαν και μας δηλώσαν «κλείστα»

Σαπίζουν τα αυτοκίνητα, τα της δεκαετίας
αφού δεν είναι δυστυχώς νέας τεχνολογίας
υπέρογκα τα έξοδα, όπως τα ψέματά τους
ψιλό γαζί το δούλεμα, «φιλώ» τα κυβικά τους

Βγάλατε και τα τέλη μας, εισπράξεις φωσφορίζουν
εδώ ο κόσμος καίγεται, βαρκούλες αρμενίζουν
η εγχείρηση επέτυχε, ο ασθενής πεθαίνει
πρώτα οι ψυχές πολιτικών, μετά το χούϊ βγαίνει

Τέλη «θέτε» πουλάκια μου, άντε να μου χαθείτε
μυαλό αν έβαζε ο λαός, τάματα για να βγείτε
θα κάνατε περίλυποι στης Παναγιάς την χάρι
κι ο ουρανός θα μαύριζε, θα έφευγε το φεγγάρι

Να ’μαστε όλοι εδώ σφιχτά δεμένοι
με μύριες λέξεις στοιβαγμένες μες τις μάσκες μας
στο δάγκωμα της νόσου υποτακτικοί
και η απαγόρευσή μας το αντίδοτο
Να μην με κρίνεις που φωλιάζω στο λαγούμι μου
σκυμμένη στο βυθό των όποιων φόβων μου
χωρίς να ζω, τούτη η ζωή, που θέλει τον αφανισμό της,
φτιασιδώνεται ξεγελασμένη..
Χαμένοι εναγκαλισμοί, εγκλωβισμένες χειραψίες
θα σ’ αγαπήσω όταν μπορέσω, μην ανησυχείς..
Σβήνει ο χρόνος όλες τις λέξεις και τα συναισθήματα
Εδώ για σένα ήταν κάποτε
Εδώ για εκείνους είναι τώρα
Μωρό η ελπίδα μπουσουλάει στα γεννοφάσκια της
Η φύση την αλήθεια προσκυνάει
Εσύ μονάχος προσευχή θα πεις
με μια ταπείνωση ικεσίας

Ποιος θα σε κλάψει σταυραετέ που χεις χαθεί στο χώμα; μόνο μια μάνα δύστυχη που στην ψυχή είναι λιώμα;

Δολοφονήθηκες κι εσύ φριχτά για την πατρίδα, στα καθαρά τα μάτια σου έβλεπες την ελπίδα.

Δεν ήσουν στην πολιτική, δεν σε είχαν στιγματίσει, η αγάπη για την λευτεριά σε είχε κατακτήσει

Ποιας δόξας φωτοστέφανο ψάχνει να σε κυκλώσει; εδώ είναι νύχτα αδελφέ, δεν έχει ξημερώσει.

Ένας αόρατος εχθρός πάντα μας γύρω φέρνει
μας στήνει τις παγίδες του, μα δεν τα καταφέρνει..

Κει όπου βρίσκεσαι θα ‘ρθουν κι άλλοι από μας να σε βρουν, μην νοιώθεις ολομόναχος, σκέψεις μην σε πλανεύουν.

Στην αγκαλιά της Παναγιάς και στου Θεού τα χέρια, εκεί είσαι Κωνσταντίνε μου, στον ουρανό, στα αστέρια,

και θα ζητήσουμε από σε, λίγη απ την λεβεντιά σου, και λίγη αύρα λευτεριάς σταλμένη απ’ την ματιά σου

Κάθε που σε φαντάζομαι, νοιώθω μικρή και λίγη, και ευθύνη ατελείωτη σαν φλόγα με τυλίγει,

αν ήμουνα στην θέση σου την δύναμη αν θα χα, να παραμείνω αλώβητη, μες των εχθρών την φάκα

ΑΘΑΝΑΤΟΣ θα ξαναπώ, το βλέμμα θα δακρύσει
Απ’ το χαρτί των ζωντανών κανείς δεν θα σε σβήσει!

Βγήκε το τεστ μου θετικό
Πάτησα τα εξήντα
Περίεργη η σύλληψη
δεν είμαι στα πενήντα..
΄Εδωσα και το έναυσμα
να κινδυνολογήσουν
όρνεα «ενημέρωσης»
που θα καταμετρήσουν..
Κυοφορώ τους φόβους σας
χωρίς να καταλάβω
πως γίνεται ανέγγιχτη
κορώνα να συλλάβω..

Δροσοσταλίδα μου μικρή
κυκλάμινο μικρό μου
είσαι της νύχτας το πρωί
ραβδί και μαγικό μου

Ματάκια που χαρίζουνε
του δάσους την γαλήνη
της θάλασσας την κίνηση
το φως στην σκοτοδίνη

Την τρυφερή σου την μορφή
την νύχτα που κοιμάμαι
την κλείνω μέσα στο όνειρο
μόνη να μην φοβάμαι

Όσα τραγούδια και να πω
για σένα θα είναι λίγα
στην χούφτα μέσα σε κρατώ
μικρή δροσοσταλίδα

Έλα κυκλώνα να χαρείς
Έλα για να γλυτώσω
Απ’ του ιού το πλύσιμο
τα χέρια μου θα λιώσω

Φόρα την μάσκα σου κι εσύ
ίσος προς ίσον να’ ‘μαι
αν είναι να κολλήσουμε
αυτό γραμμένο θα ‘ναι

Φύσα κυκλώνα φύσηξε
μάζεψε τα σκουπίδια
βαλε τα ζώα στο μαντρί
τα πρόβατα, τα γίδια

Φώναξε και τους ειδικούς
εξέταση να κάνουν
μες του κυκλώνα το θυμό
το PCR να βάνουν

Στο μάτι σου το στόχαστρο
άμα τυχόν και γίνω
ποια θα ναι η εξέλιξη
εγώ τι θα απογίνω;

Μου έπεσαν ήδη τα μαλλιά
απ τα άλλα που περνάω
και τις ακρίδες που θα ‘ρθουν
προβλέπεται να φάω

Αν άξιζες να σ’ αγαπώ ποτέ δεν σκέφτηκα
όταν το χέρι σου κρατούσε το δικό μου
τα κρύα βράδια του χιονιά όταν με ζέσταινες
πήρες δικό σου το φτωχό το σ’ αγαπώ μου

χωρίς ψυχή πώς να βαδίσεις μες την νύχτα σου
ξεγυμνωμένες αυταπάτες πώς να σβήσεις
κρατάς στο στόμα όλες τις λέξεις που θα έλεγες
σ’ ένα κορμί με κοιμισμένες τις αισθήσεις

Στης λογικής ποτέ δεν μπήκα εγώ την βάσανο
ότι με φόβιζε το ξόρκιζα να φύγει
σου ‘δωσα δύναμη να βρεις δρόμο ελεύθερο
και εσύ σκοινί για το λαιμό που να με πνίγει