Σε καραντίνα μπήκαμε και εμείς όπως και οι άλλοι
Τα βράδια δεν κοιμόμαστε με ήσυχο κεφάλι
Δεμένα είναι τα χέρια μας,
και οι χρυσοδάκτυλοί μας
έχουνε μείνει άνεργοι, και ρέστο το τσαρδί μας
Το μεροκάματο λειψό, πρέπει η πολιτεία
να μας συνδράμει έγκαιρα, σε αυτήν την συγκυρία
από βενζίνη απότιστο το ντάτσουν στο τσαντίρι
και η ζητιανιά αδύνατη, κανένα πανηγύρι,
δεν γίνεται να σε χαρώ, πάρτε πρωτοβουλία
να ανέβει ο γύφτος σύντομα πρώτη κατηγορία
Αν οι θεσμοί δουλεύανε, και έκανε την δουλειά του
το κράτος, όπως όφειλε, σε όλη την φαμελιά του
μπορεί να επενέβαινε και η δικαιοσύνη
για όσα εγώ ξεστόμισα, και λόγος να μην γίνει..
Μα φταίει η αγανάκτηση, που είμαστε μαντρωμένοι
και στο ταμείο η άθροιση τα φράγκα περιμένει..
Αυτός ο κορονοϊός μας έκατσε στο σβέρκο
ούτε κλαρίνα τον πτοούν, ούτε καρό γιλέκο..

Μεγάλο το ταξίδι μου κοντά σας για να φτάσω
βρήκε καιρό αλλόκοτο, και που να ξαποστάσω
το ταίρι μου που πέθανε δίπλα μου θα θρηνήσω
γιατί δεν είμαι άνθρωπος, να το εγκαταλείψω

Ετούτος ο δημιουργός είχε καρδιά μεγάλη
που ελεεί τον άνθρωπο, έχει δεν έχει σφάλλει,
όμως εμείς δεν φταίξαμε, και τούτη η λευτεριά μας
πληρώνεται με την ζωή, με τα νεκρά κορμιά μας

Της καλοσύνης σύμβολα που βρίσκονται ακόμη
χέρια, ανθρώπινα ζεστά, χείλη να πουν συγνώμη
που στην παλάμη τρυφερά, κρατούν το χελιδόνι
Είναι η ελπίδα ζωντανή, είναι λευκή σαν χιόνι!

Ιός της Ευρώπης:

“΄Εχετε κορονοιό και δανεικά ζητάτε;
Πως θα τα ξεπληρώσετε στον ΄Αδη όταν πάτε;”

Ιός με επισκέφθηκε, μα έφυγε συντόμως
γιατί συμπεριφέρθηκε ως μέγας γαλαντόμος..

Προβάτων σκέψεις:

Νυχτερίδες και μυρμηγκοφάγοι κουβαλάνε ιό
και οι μονάδες (ΜΕΘ) γεμίσανε όλες, συμφοράς το κακό..

Εγώ καλός και υπάκουος στο σπίτι μαντρωμένος
αλλοεθνής ελεύθερος σε βόλτες κουρασμένος

Όλα τα αναθεώρησα, τα περί της ζωής μου
και τα παρτάλια έκαψα για αποστείρωσή μου

Αποζημίωση «νεκρών» ζητάει η ζωή χαμένη
εν μέσω έντρομων κραυγών, σκληρά παγιδευμένη

Κινέζος συνδαιτημόνας

Μετά το γεύμα με ιό, απεριτίφ θα δώσω,
μπύρα, κρασί, ηδύποτο, δίχως να σε χρεώσω

για να το πιείς στην μνήμη μας
και όλων των πειραμάτων

για το καλό το «πέρασμα»
των άτυχων θυμάτων..

Το λογικό και επόμενο.. μετά από τα ποντίκια..
να την πληρώσουν άνθρωποι, γιατί χρωστούσαν
νοίκια

Να μην ανοίξει βλέφαρο, υπαίτιου σχιστομάτη
άμα δεν ολοκληρωθεί το πείραμα «σακάτη»

που γίνεται παγκόσμια στου πνεύμονα το χώρο
ήταν θανάτου προσφορά, της «επιστήμης» δώρο..

Τραβούν μαλλιά και «οδύρονται», οι δράστες τραγωδίας
και την ουρά στα σκέλια τους, κρατούνε μετά βίας

Το πλέον εύκολο γιατί, ποιος είσαι να το κρύψεις
ενώ την αθωότητα πρέπει να αποδείξεις..

Θα θελα να ήσουνα κοντά μου
Εθισμός το ψέμα στην ψυχή
Έδινε στην μοναξιά το χρίσμα
στα στεγνά τα χείλη το φιλί

Τώρα που τον φόβο τιθασεύω
στρώνω της αγρύπνιας το χαλί
κόκκινο σημάδι η θύμησή σου
στρώνει μες το λίγο το πολύ

΄Ηρθε ο καιρός να πούμε αλήθειες
κι είναι η μέρα αυτή Πρωταπριλιά
μέρες της αγάπης θα κρατήσω
κράτα εσύ την χάρτινη καρδιά

Πέφτει μονότονη βροχή
μουσκεύει τον χαμό μας
να αφανίσει τα δεινά
και τον βρωμο-ιό μας

Στο ΦΕΚ δημοσιεύθηκαν
τα κέντρα που χουν φτιάξει
για να στεγάσουν ξενιστές
Κουνούπι μην πετάξει

Στον ύπνο μάλλον σ’ έπιασαν
για να μην αντιδράσεις
από τον φόβο του ιού
τους ξένους να ξεχάσεις

Ο φόβος και ο πανικός
φέρνει τρομολαγνεία
Ψάχνεις λοιπόν τρόπο ζωής
Ψάχνεις για σωτηρία

Όταν όμως εμβόλιο
βρεθεί να επιβιώσεις
στης προσφοράς το δέλεαρ
συμμετοχή θα δώσεις

Είναι ένα ενδεχόμενο
τρομακτικό σαν σκέψη
Αν όμως είναι αληθινό
ποιος θα σε προστατεύσει;

Για αυτούς ασήμαντος, μικρός
είσαι και δεν τους νοιάζεις
αν σφαίρα για των στόχων τους
το πρόγραμμα φαντάζεις

Παράπλευρες απώλειες
Άντε, βοήθειά μας
Να προστατεύει ο Θεός
εμάς, και τα παιδιά μας.

Πάνω στο χέρι σου το χέρι μου
για χρόνια το χα ξεχασμένο
ένοιωθα ότι αν τελείωνε
του χρόνου θα ήταν πεπρωμένο
Εσύ τον χρόνο δωροδόκησες
Ο πρώτος σίγουρα δεν είσαι
Πικρές αλήθειες μες τα ψέματα
Προτέρημα να προσποιείσαι
Ίδιας πληγής τα μαχαιρώματα
κι ας είχε κλείσει από χρόνια
μες τα καινούρια σου δολώματα
θα μηρυκάζεις την συμπόνια
Ποιος σου φυγάδεψε το όνειρο
Μονάχος σου δεν το μπορούσες
Ξέχασες τάχα πως ξεκίνησες
με ποιους ανέμους προχωρούσες
Έχει έναν ήλιο που σορόπιασε
πάνω στο μέλι της καρδιάς μου
απ την αρχή τα ξύλα στρώνονται
της ολογκρέμιστης φωλιάς μου
Εκεί θα μείνω για το κάλεσμα
Θεού και μοίρας της σειράς μου

Σφίγγει η θηλιά μα την κρατούν
χέρια που δεν τα ξέρω
τα πόδια ταλαντεύονται
χορεύουν στο σανίδι
Χορός θανάτου; ; η ζωής;
ποιος τάχα το γνωρίζει;
Εκεί που ο δρόμος θα κλειστεί
δρόμος άλλος θα ανοίξει
Ποιοι δεδομένοι θα χαθούν;
Ποιοι κοντινοί θα γίνουν;
Που όλα έγιναν θολά
και ο νους δεν το γνωρίζει
τα γυμνασμένα πόδια του
για προς τα που τα σέρνει
Ρίσκο για σένα θα έπαιρνα
αν λίγο μ αγαπούσες
και φοβισμένο αερικό
το χθες δεν θα φυσούσα

Κορώνα στο κεφάλι μου ποτέ μου δεν θα σε χω
Γεννήθηκα σκληρόπετση και στους ιούς αντέχω.
Μακριά σου οι οικείοι μου και οι αγαπημένοι,
πάντα θα είναι υγιείς, και με ζωή ντυμένοι.

Πούθε μας ήρθες άτιμε, λένε για νυχτερίδες..
Σ’ όλες τις εικασίες τους βάζω ωτοασπίδες..
Ανοίγω στην διαπασών την μουσική να παίζει,
και η ελπίδα το κακό, το μισητό, εμπαίζει!

Την κλίση μου την φυσική
εγώ δεν απαρνούμαι
τις οδηγίες αψηφώ
και σαν γαμπρός κινούμαι..
Μπαίνω στο αμάξι άνετος
για Μύκονο τραβάω
για ποιόν ιό μου συζητάς
ψωνίζω, ξεκινάω..
Δεμένα πλέον κάθονται
μονάχα τα γαϊδούρια
δεν προλαβαίνω, έφυγα
είμαι μέσα στη φούρια..
Καθίστε εσείς στον καναπέ
την μοίρα σας να κλαίτε
«εσύ αδελφέ μου γλύτωσες»
με ζήλεια θα μου λέτε..

Μετά την αποβίβαση

Μια σκέψη με φαρμάκωσε
Μια σκέψη με αρρωσταίνει
Εδώ μην φτάσει το κακό
που την ζωή φυραίνει..
Κι όταν ξαπλώσω ανάσκελα
και για γιατρό στενάζω
ποιος θα μου δώσει απάντηση
Την βγάζω ή Δεν την βγάζω;

Ο σπόρος της αγάπης

Πόσες των χρόνων ΄Ανοιξες
ο σπόρος περιμένει
σταγόνες χίλιες των ματιών
λουλούδι για να ανθίσει

Δεν έχει χείλη το νερό
ούτε η ψυχή ευθύνη
να ημερέψει το θεριό
της φύσης που το αρνείται

Αγάπη ήρθες και έφυγες
που να σαι στοιχειωμένη
θα λευτερώσω τα δεσμά
της λήθης να πετάξεις

Μα σαν πετάξεις πότισε
και εσύ τούτον τον σπόρο
μίσχο να βγάλει και άνθη του
για να τον καμαρώνω