Όλγα για που ξεκίνησες να πας
μικρή μου
μόνη
και έστριψε ο χάρος πάνω σου
το μαύρο του τιμόνι;

Βαριά η πόρτα πάνω σου
μα ποιος να σε τραβήξει
όλοι περνούν και χάνονται
και σκοτεινιάζει η φύση

Μικρά τα δυο χεράκια σου
κι ο κόσμος περισσεύει
έγινε η πλάση θηρευτής
και τις ψυχές μαζεύει

Η παιδική σου η φωνή
δεν λέει να συγκινήσει
όποιον περνάει δίπλα σου
αν ζεις για να ρωτήσει

Η δόλια η καρδούλα σου
φρικτά παγιδευμένη
στο παγωμένο σίδερο
χτυπάει και αργοπεθαίνει

Παιδί κατώτερου Θεού
καλό μου εσύ δεν είσαι
όσους δεν σε προσέτρεξαν
απ’ τους ανθρώπους σβήσε

Και εκεί ψηλά που θα βρεθείς
μαζί με τους αγγέλους
θα δεις πως πέφτουν στις ψυχές
υπότιτλοι του τέλους

Γιάντα νομίζεις σε θωρώ
και δεν σ’ αφαλοκόβω
για εισαγγελέα πανικού
την κεφαλή μου κόβω
σε έχω χρήσει Νίκο μου
μα φούμο δεν σου ρίχνω
παράλληλα χειροκροτώ
και τα όργανά μου δείχνω

Ειδήσεων συνέχεια
μα πάλι θα τα’ αντέξω
κι ας με πονούν τα πόδια μου
σαν Βέγγος που θα τρέξω
να φτάσω εκεί που σε τραβούν
οι κάμερες απ’ έξω
για να σου δείξω ευθαρσώς
σπαθί και εν δυνάμει
τι θα αγγίξω βάζοντας
στην τσέπη την παλάμη

Λεφτά δεν έχω δυστυχώς
οι επιχορηγήσεις
πηγαίνουν στους τυχάρπαστους
που εκφωνούν ειδήσεις
μα νοιώθω ικανοποίηση
που άγνοια δεν έχω
τα της πραγματικότητας
κατανοώ και θρέφω
μίσος βαθύ και ασίγαστο
που όταν θα ξεσπάσει
όσα κεφάλια άχρηστα
θα βρει και θα τα σπάσει

Όμως για τον επίλογο
πες μου και εσύ για σένα
άμα στην αναζήτηση
τα τρία γίνουν ένα
με ποια αυτοπεποίθηση
τους γέρους θα χλευάζεις
κάτσε λοιπόν στην έδρα σου
σκονάκια να διαβάζεις…

Αναθαρρήσαν οι κουτοί
που σε είδαν στην οθόνη
να θέλεις να πλοηγηθείς
σε κόμματος τιμόνι

Χρόνους μας έφυγες και εμείς
κάναμε τον σταυρό μας
ένα λιγότερο κακό
στον απολογισμό μας

Της “Περσεφόνης” οι γαμπροί
πρέπει να αναχωρούνε
όταν κουδούνια οι λαοί
επάνω τους κρεμούνε

Μα εσύ το ακαταλόγιστο
στο αίμα σου το έχεις
και σε όλους μας τους αγιασμούς
φαίνεται πως αντέχεις

Παρωχημένη εποχή
για «ευφυείς» σωτήρες
που πάτησαν την χώρα μας
ωσάν οδοστρωτήρες

δίχως αιδώ μας έβαλαν
στου δανεισμού το λούκι
(θυμίζω οι βρυκολακες
χρειάζονται παλούκι )

Αφού είσαι λυγερόκορμος
θα άξιζες τα λεφτά σου
μα εχει φυράνει το μυαλό
και μαύρη είναι η καρδιά σου ..

Όταν σε συλλογίζομαι
στο ακριτικό νησί μας
λέω πως είναι απόκληρο
ετούτο το “παιδί” μας

Όλα τα έχει η Μαριωρή
ο φερετζές της λείπει
γι αυτό και την διαδοχή
δεν την εγκαταλείπει

Μακριά απ την χώρα μας λοιπόν
και την πολιτική μας
γιατί νωπός είναι ο θυμός
και άγρια η φωνή μας

Ποιος βρήκε το φιλότιμο
αυτό που έχεις χάσει
να σε αρπάξει απ τον λαιμό
και να σε ξεδοντιάσει..

Δεν θέλω οίκτο απ τα μάτια σου
που είναι στις τύψεις βουτηγμένα
μόλις θα φύγεις η αρίθμηση
θα αρχίσει πάλι απ το ένα

Περνούν εικόνες όσων ζήσαμε
σαν άλογα αφηνιασμένα
που σε μια νύχτα δραπετεύσανε
και περπατάνε στα καμένα

Ένας μονόλογος του έρωτα
παραληρεί και αργοπεθαίνει
πώς βγαίνει η αγάπη απ την νάρκη της
μου λέει πως δεν καταλαβαίνει

Έξω η μέρα αναδιπλώνεται
τα θέλγητρά της να μας δείξει
κοίτα η ζωή μας πως ξηλώνεται
μου φέρνουν ίλιγγο τα ύψη..

Οιωνοσκόπος:
Θα κάψουμε την κάνναβη
χρησμούς για να μας βγάλει
κι αν δεν τα καταφέρουμε
θα φτιάξουμε κεφάλι

Λαός: Λύκε, λύκε είσαι εδώ;

Οιωνοσκόπος:
Φύτεψα την γλάστρα μου και μπαίνω στον χορό

Λαός τραγουδώντας:
Ο βλάκας κι αν εγέρασε κι άσπρισαν τα μαλλιά του
ο ίδιος και απαράλλακτος στην ανεγκεφαλιά του

Τράβηξες το φύλλο το καλό
δεύτερη φορά για να ρεφάρεις
έβγαλες το αισθησιακό
μέχρι τέλους να με εξιτάρεις

Βέβαιος ότι σε αγαπώ
πέρασα και τις δοκιμασίες
γίναν πεποιθήσεις τα εγώ
με μικρές σταγόνες προδοσίας

Ο παράγοντας να φύγω να σωθώ
ήτανε απών απ το μυαλό σου
έδιωξες να πάει στο καλό
κάποιον που τον είχες άνθρωπο σου

Τώρα στα νερά τσαλαβουτάς
βρώμικη ζωή να καθαρίσεις
κάτσε εκεί που είσαι να χαρείς
δεν σε θέλω πίσω να γυρίσεις

Μόνη μου ζεσταίνω την καρδιά
που παγώνει μες τα κρύα βράδια
μέχρι ο ήλιος να ‘ρθει το πρωί
να φωτίσει τα άγρια σκοτάδια

Σαν ημερέψει ο διάβολος βοήθεια προσφέρει
και έχει κουβάδες το νερό στης αύρας του το χέρι
αυτό που δεν το έστειλε φωτιές να περιστείλει
σε κάθε δύσκολη στιγμή γι αυτό είναι οι φίλοι

Ματ ώσαν οι δυνάμεις μας και είναι συγκεντρωμένες
για όσες υπάρξεις αντιδρούν γιατί είναι ψεκασμένες
δεν θα μας μάθετε εσείς που είστε στην εφηβεία
γράμματα, που γεράσαμε, έχουμε αριστεία

Τόλμησες να σφετεριστείς την δύναμη που δίνει
το σύνταγμα ακοινώνητε, θα μπεις μέσα στην δίνη
θα δροσιστείς Σεπτέμβριο, οι ζέστες θα κρατήσουν
είπε η μετεωρολογική, οι κάψες σας θα σβήσουν

Κουτσοί στραβοί το μάθαμε, στις αντιδράσεις πρώτοι
αναμασάνε διαρκώς, δεσπότη Παναγιώτη
ζητάμε μια εξέταση ενδελεχής να γίνει
και όχι κάρτα κίτρινη να γράφει και να σβήνει

Είμεθα κράτος κραταιόν, και όποιος μειδιάσει
μην αποσώσει αποβραδύς στο σπίτι του να φτάσει
Εικόνες να κρεμάσετε στης εκκλησιάς τον τρούλο
με τις μορφές μας άγιων, και τον λαό ως δούλο

Πέσανε χίλιοι κεραυνοί
στα πράσινα κλαδιά μας
χάθηκε όλη η ζωή
για μας και τα παιδιά μας
Μαύρη είναι η πλάση το πρωί
κι έχει θανάτου βλέμμα
μέσα στις φλέβες της κυλά
κατάμαυρο το αίμα.
Παίρνει ο Θεός εκδίκηση
για όσα μας έχει δώσει ;
και ότι ζωή μας πρόσφερε
πρέπει να το σκοτώσει ;
Γίνηκε η φύση είδωλο
του ψεύτικου εαυτού μας
ενώ ως τώρα έπαιζε
ρόλο παιδαγωγού μας;

Χίλιες κατάρες συμφοράς
στο καπνισμένο χέρι
που τις λαμπάδες άναψε
καταστροφή να φέρει
Η εξουσία λησμόνησε
για μια φορά ακόμη
να αποσοβήσει το κακό
προτού να πει συγνώμη

Σαν σου κουνώ το δάκτυλο
σκιάζεσαι και φοβάσαι
όλα όσα είχες θα χαθούν
και μην αυταπατάσαι

τόλμησες λέω ευθαρσώς
να είπεις την αλήθεια
να θέσεις σε αμφισβήτηση
όλα τα παραμύθια;

σε ποιον νομίζεις πως χρωστάς
το επιτυχημένος;
αλλάζει τώρα ο τραχανάς
θα γίνει ξυνισμένος..

η αντίθεση της πλεύσης σου
είναι αυτοκτονία
και η νέα σου διαδρομή
σκέτη ταλαιπωρία..

μην γίνεσαι παράτολμος
και την αποκοτιά σου
άσε στην άκρη Μήτσο μου
και κάτσε στα αυγά σου..

Αυτό το μοντελάκι μου τσίτι θα το φορέσω
όταν θα βγω στην Εύβοια να πάω να καταβρέξω
μήτε πουλί δεν θα πετά στης ρούγας το σεργιάνι
και η φωτιά θα εξαπλωθεί σβέλτα και μάνι μάνι

Μην είδατε τα καναντέρ να βγουν να κατουρήσουν;
(πως έπιασε όμως η φωτιά πείτε τους μην ρωτήσουν)
παίρνω το ύφος το σεμνό, κι ας έχω υπογράψει
να γίνει αναδάσωση, εις τα καμένα δάση

Εδώ το πάρκο αιολικό (ξελάσπωσε η κυρία)
(δεν γράφω τα ονόματα μην πέσει τιμωρία)
τα απομάκρυναν αυτοί, εμείς τα υιοθετούμε
όλα τα μπάσταρδα αυγά, σαν κλώσες τα κλωσούμε

Τι θέλετε πυρόπληκτοι; Πυρόσβεση να γίνει;
Την άρνησή σας πήραμε και η φωτιά δεν σβήνει

Όλα θα ρθουν στην ώρα τους, η πρόνοια του προδότη
που κάθεται καμαρωτός στην θέση του την πρώτη
στην νεφελώδη όψη του το βλέμμα του γυαλίζει
πάλι η ρουλέτα έχασε και στο μηδέν γυρίζει

΄Ελα καλέ επενδυτή, ασήμωσε σου λέω
εσύ θα δίνεις τάλιρα και εγώ πικρά θα κλαίω
που μου έφυγε ο εμπρηστής, ωσάν λαμπαδηδρόμος
και τέντωσε η πυρκαγιά, οκτώ ημέρες δρόμος