Ψαρεύοντας κατάλαβα
την μέγιστη μου δράση
δεν άφηνα πετούμενο
κουνούπι να περάσει
στον καναπέ το ξάπλωνα
να δει τις πεταλούδες
τον λέοντα παρίστανα
που έπιανε μαϊμούδες
Τώρα ελλοχεύει κίνδυνος
μέσα στην φυλακή μου
και δεν τολμώ τα μούσκουλα
να δείξω απ’ το κορμί μου
που αν με στριμώξουν στην γωνιά
μπορεί και εγώ να χάσω
ότι πολυτιμότερο
έχω και να ξεχάσω
πως έκανα τον γίγαντα
μες την μικρότητά μου
και να ‘ρθει η εκδίκηση
εις τα οπίσθια μου.
Το άει “ξαπλώσου” δι’ εμέ
ευχή, όχι κατάρα
κι όσες μηνύσεις και να ρθουν
δεν δίνω εγώ δεκάρα

Άνθρωπος ήμουν των τεχνών
που το χα ξεφτιλίσει
και μέγιστον μου αγαθόν
το πιο σκληρό “μπαξίσι”

Έλαμπα σαν αστέρι σου
λουσμένη μες το φως σου
ότι δικό μου λόγιζα
ήτανε και δικό σου

Γέφυρες έχτιζα παντού
ποτάμια σαν περνούσες
και κάπου κάπου ρώταγα
αν λίγο μ αγαπούσες

Γι αυτό που είμαι
σου χα πει
θέλω να σαι κοντά μου
να αποκοιμιέσαι
να ξυπνάς
μέσα στην αγκαλιά μου

Τώρα κοιμίζεις όνειρα
μέσα σε ξένα χέρια
μόνο χειμώνες έρχονται
φεύγουν τα καλοκαίρια

Κερί δεν έσβησα για να μην μεγαλώσω
μήπως γυρίσεις και αλλιώτικη με βρεις
και σταματώ του ρολογιού τους λεπτοδείκτες
να μπεις σαν πρώτα καλησπέρα να μου πεις

Τρέφω αυταπάτες την αλήθεια να σκεπάσω
ότι παγώνει απ το κρύο η καρδιά
είσαι αγάπη μετρημένη μες τις σκάρτες
που αλλού τραβήξαν να χαθούν η κάθε μια

Στιχάκια σβήνω για αγάπη που χω γράψει
άλλα τα σκίζω και δεν θέλω να τα δω
όλα τα ξύλα μες το τζάκι τα χω κάψει
και ρίχνω μέσα τις συγνώμες που θα πω

Έχω την πυροσβεστική
φύλακα στην αυλή μου
αν επειγόντως χρειαστεί
να σβήσω το βρακί μου
άσε κουβάδες να χουνε
κοινοί θνητοί και άλλοι
να προσπαθούνε την φωτιά
να σβήσουν με μπουκάλι.

Αέρηδες θερίζουνε
τα καπνισμένα σπίτια
σκορπίζουν άναρθρες κραυγές
εκκλήσεις για βοήθεια
Τους κολασμένος ο Θεός
πως να τους προστατεύσει
αυτή είναι η αλήθεια μας
και σε όποιον μας αρέσει

Η τέχνη των πολιτικών είναι επιτηδευμένη
θα εντρυφήσεις στην ψευτιά, αλλιώς κανείς δεν μπαίνει
στο αδελφάτο της ντροπής που μέρα άλλα λέει
κι όταν η νύχτα θα φανεί, μοιρολογά και κλαίει

Είναι τα σόγια που αψηφούν, ντροπές και περιφρόνιες
και κάθε μέσο ευλογούν μέσα σε τσιριμόνιες
με κοπριές και με λιπάσματα στα λασποχώραφά τους
θα λάβουν την μετάληψη και θα βρεθούν κοντά σου.

Φαρμάκι τηγανόψωμο ποτέ τους δεν θα φάνε
αφού τα σχέδια του κακού δεν πρέπει να χαλάνε
Δεν πρέπει να περιεργαστείς το μέλλον σου μπροστά τους
όσιο δεν έχουνε αρκεί να κάνουν την δουλειά τους.

Όσοι τους δοκιμάσανε βρήκανε πως ταιριάζουν
όλοι τους σαν χωματερή που τα σκουπίδια αδειάζουν.

Θα πεις καλά τόση χολή γι αυτούς γιατί αδειάζεις;
μην κατά βάθος και εσύ με αυτούς σε κάτι μοιάζεις;

όποιος φοβάται την βροχή θα έχει πλημμυρίσει
και θα είναι σε επιφυλακή όταν βροχή μυρίσει..

Πέταξες έξω απ το παράθυρο
που ήταν ορθάνοικτο στην μέρα
τίναξες τις λεπτές φτερούγες σου
κι εγώ σε κοίταγα ως πέρα

Όσα τραγούδια κι αν τραγούδησες
εγώ σου έγραψα τα λόγια
έγινε ο δισταγμός απόφαση
στα σκοτεινά σου καταγώγια

Μόνο ο σκύλος που μ’ αγάπησε
θα βρει τον δρόμο να γυρίσει
θα αγνοήσει τα καλέσματα
απ την χιλιόχρονη την φύση

Αυτή ήταν μόνο η αγάπη σου
μες της συνήθειας το δισάκι
κι εγώ σβησμένο αποτσίγαρο
στο δανεικό μου το τασάκι

Όλα γυρνούν και ξεθαμπώνουνε
και πέφτει μέσα μου η γαλήνη
φιγούρες όσων λιγοψύχησαν
θα δω κι απόψε στην σελήνη

Το δα και αυτό
πολύ τρελό
το να σκοτώνεις
την μητέρα
του παιδιού σου
στην τελική
φθηνή η ζωή
την αγοράζεις
την πουλάς
με το κορμί σου
Πορεία ψυχής
ημιθανής
μέσα στον κόσμο
της παράνοιας
βυθισμένη
γίνε εγκρατής
κομμάτια γης
είναι το μέλλον
που για σένα
περιμένει
Λυτά σκοινιά
σφιχτά δεσμά
δεν φτάνουν όμως
το άθροισμά μας
εν συνόλω
για να δέσουν
Ζουρλοί λυτοί
είναι πολλοί
στης τιμωρίας
το κλουβί
δεν θα χωρέσουν

Θα ‘ρθει το κύμα
να με ρωτήσει
πως περνάω
τώρα που στάχτη
σκορπίζει ο ήλιος
που κοιτάω

Σώπασαν όλα
μόνο η φλόγα
στα καμένα
σκόρπιες οι μνήμες
για αγάπες που ναι
στα χαμένα

Που να κοιτάξεις
έχει ο ήλιος
σκοτεινιάσει
και το πουλάκι
δεν βρίσκει δέντρο
να πετάξει

Θέλω να κλάψω
όμως τα μάτια μου
τα αρνούνται
φύση πεθαίνεις
μόνο τα ζώα σε
θυμούνται

Κόκκινος ουρανός
κόκκινη θάλασσα
μια μαύρη πέτρα η ψυχή μου
Μυρίζει αίμα
Μυρίζει κόλαση
Εσύ που είσαι;
Εγώ επέζησα
Κι ας μην το ρώτησες
Κινώ τα βήματα
Ένα κορμί χωρίς ανάγκη
Θέλω να ζήσω;
Η πέθανα το μαύρο βράδυ
της σφαγής;
Που θα κοιμίσει η φύση
τα ξερόλιθα;
Που πήγαν οι ψυχές
της νύχτας;
Καλπάζει μες τις φλέβες μου
ένα άλογο
αυτό που ψάχνει να σωθεί…
αυτό που χάθηκε στις φλόγες…
Ζωή καμένη
δύναμη που θα βρεις
ξανά λουλούδι να φυτρώσεις;

Δεν είναι όσα αρνήθηκες
λες και δεν τα ‘χες ζήσει
είναι που δεν ξεχώρισες
την ζάλη απ το μεθύσι

Έγινες άσπλαχνος εχθρός
εγώ που όλα για σένα
τα σκόρπιζα απλόχερα
και σ’ είχα μόνο ένα

Δεν τις φοβάμαι τις πληγές
ξέρω να τις γιατρεύω
είναι που ύστερα απ αυτό
κανέναν δεν πιστεύω