Λέω πως σε νοιώθω ακόμα πλάι μου, στην θέση που σου είχα δώσει
διπλή σκιά από τον ίσκιο μου που απ τον χρόνο θα γλυτώσει

Αυτήν την πλάνη εγώ συντήρησα ηθελημένα για να έχω
μια αυταπάτη μες τα βράδια μου που να της λέω πως αντέχω

Κοινά σημεία που μας ένωσαν γίναν αυτά που μας χωρίσαν
δικαιολογίες που ειπώθηκαν όμως κανένα νε δεν πείσαν.

Εγωισμός η αγάπη, δίπορτο, στο χέρι σου ήταν να διαλέξεις,
αυτό που ήξερες συνέχισες, αλλού τις δάφνες σου να δρέψεις

Τώρα ησυχία μες την κάμαρη, κανείς στο μέσα δεν περνάει
ώσπου να φέρει η προσδοκία μου, κάποια καρδιά που να χτυπάει.

Αν η λατρεία είχε όνομα
δικό σου θα ήτανε μωρό μου
εσύ για μένα όλα τα θέλω μου
σταυρός που γέρνει στο λαιμό μου

Μικρές λεξούλες που μπλεχτήκανε
μες σε λευκό κρίνο, το στόμα,
όσες φορές και να γεννιόμουνα
θα θελα μια ζωή ακόμα

Πως ευωδιάζεις νυχτολούλουδο
γαρδένια και βασιλικέ μου
μες την λαχτάρα της αντάμωσης
δυο φορές του γιου μου, γυιέ μου!

Ασύδοτες μετακινήσεις
με αεροπλάνο αν θελήσεις
θα πρέπει να σαι δηλωμένους
πως είσαι εμβολιασμένος

Εγώ το πρότεινα να γίνει
αναλαμβάνω την ευθύνη
χρέος μου να σας προστατεύσω
και εν ανάγκη να σας δέσω

Καλό παράδειγμα να δώσεις
και στο εμβόλιο να ενδώσεις
έλα στον θείο μη φοβάσαι
να ζήσεις για να με θυμάσαι

Μην την κλωτσάς την επιστήμη
έχεις τεράστια ευθύνη
παρών στο πείραμα να δώσεις
εδώ εμβόλια με δόσεις

Υποψήφιος για εμβολιασμό

Το χέρι μου απλόχερα
προς τον γιατρό το δίνω
μόνο αν είμαι σίγουρος
πως ζωντανός θα μείνω

κι αφού αυτή η παραγωγή
έγινε μες την βιάσει
θα πάρω την απόφαση
σαν ο καιρός περάσει

γιατί μπορεί για μένανε
όλοι να πουν δουλεύουν
μα εγώ έχω την πεποίθηση
πως με κατασκοπεύουν

Μετά από εσάς παρακαλώ..

Ψαρεύοντας κατάλαβα
την μέγιστη μου δράση
δεν άφηνα πετούμενο
κουνούπι να περάσει
στον καναπέ το ξάπλωνα
να δει τις πεταλούδες
τον λέοντα παρίστανα
που έπιανε μαϊμούδες
Τώρα ελλοχεύει κίνδυνος
μέσα στην φυλακή μου
και δεν τολμώ τα μούσκουλα
να δείξω απ’ το κορμί μου
που αν με στριμώξουν στην γωνιά
μπορεί και εγώ να χάσω
ότι πολυτιμότερο
έχω και να ξεχάσω
πως έκανα τον γίγαντα
μες την μικρότητά μου
και να ‘ρθει η εκδίκηση
εις τα οπίσθια μου.
Το άει “ξαπλώσου” δι’ εμέ
ευχή, όχι κατάρα
κι όσες μηνύσεις και να ρθουν
δεν δίνω εγώ δεκάρα

Άνθρωπος ήμουν των τεχνών
που το χα ξεφτιλίσει
και μέγιστον μου αγαθόν
το πιο σκληρό “μπαξίσι”

Έλαμπα σαν αστέρι σου
λουσμένη μες το φως σου
ότι δικό μου λόγιζα
ήτανε και δικό σου

Γέφυρες έχτιζα παντού
ποτάμια σαν περνούσες
και κάπου κάπου ρώταγα
αν λίγο μ αγαπούσες

Γι αυτό που είμαι
σου χα πει
θέλω να σαι κοντά μου
να αποκοιμιέσαι
να ξυπνάς
μέσα στην αγκαλιά μου

Τώρα κοιμίζεις όνειρα
μέσα σε ξένα χέρια
μόνο χειμώνες έρχονται
φεύγουν τα καλοκαίρια

Κερί δεν έσβησα για να μην μεγαλώσω
μήπως γυρίσεις και αλλιώτικη με βρεις
και σταματώ του ρολογιού τους λεπτοδείκτες
να μπεις σαν πρώτα καλησπέρα να μου πεις

Τρέφω αυταπάτες την αλήθεια να σκεπάσω
ότι παγώνει απ το κρύο η καρδιά
είσαι αγάπη μετρημένη μες τις σκάρτες
που αλλού τραβήξαν να χαθούν η κάθε μια

Στιχάκια σβήνω για αγάπη που χω γράψει
άλλα τα σκίζω και δεν θέλω να τα δω
όλα τα ξύλα μες το τζάκι τα χω κάψει
και ρίχνω μέσα τις συγνώμες που θα πω

Έχω την πυροσβεστική
φύλακα στην αυλή μου
αν επειγόντως χρειαστεί
να σβήσω το βρακί μου
άσε κουβάδες να χουνε
κοινοί θνητοί και άλλοι
να προσπαθούνε την φωτιά
να σβήσουν με μπουκάλι.

Αέρηδες θερίζουνε
τα καπνισμένα σπίτια
σκορπίζουν άναρθρες κραυγές
εκκλήσεις για βοήθεια
Τους κολασμένος ο Θεός
πως να τους προστατεύσει
αυτή είναι η αλήθεια μας
και σε όποιον μας αρέσει

Η τέχνη των πολιτικών είναι επιτηδευμένη
θα εντρυφήσεις στην ψευτιά, αλλιώς κανείς δεν μπαίνει
στο αδελφάτο της ντροπής που μέρα άλλα λέει
κι όταν η νύχτα θα φανεί, μοιρολογά και κλαίει

Είναι τα σόγια που αψηφούν, ντροπές και περιφρόνιες
και κάθε μέσο ευλογούν μέσα σε τσιριμόνιες
με κοπριές και με λιπάσματα στα λασποχώραφά τους
θα λάβουν την μετάληψη και θα βρεθούν κοντά σου.

Φαρμάκι τηγανόψωμο ποτέ τους δεν θα φάνε
αφού τα σχέδια του κακού δεν πρέπει να χαλάνε
Δεν πρέπει να περιεργαστείς το μέλλον σου μπροστά τους
όσιο δεν έχουνε αρκεί να κάνουν την δουλειά τους.

Όσοι τους δοκιμάσανε βρήκανε πως ταιριάζουν
όλοι τους σαν χωματερή που τα σκουπίδια αδειάζουν.

Θα πεις καλά τόση χολή γι αυτούς γιατί αδειάζεις;
μην κατά βάθος και εσύ με αυτούς σε κάτι μοιάζεις;

όποιος φοβάται την βροχή θα έχει πλημμυρίσει
και θα είναι σε επιφυλακή όταν βροχή μυρίσει..

Πέταξες έξω απ το παράθυρο
που ήταν ορθάνοικτο στην μέρα
τίναξες τις λεπτές φτερούγες σου
κι εγώ σε κοίταγα ως πέρα

Όσα τραγούδια κι αν τραγούδησες
εγώ σου έγραψα τα λόγια
έγινε ο δισταγμός απόφαση
στα σκοτεινά σου καταγώγια

Μόνο ο σκύλος που μ’ αγάπησε
θα βρει τον δρόμο να γυρίσει
θα αγνοήσει τα καλέσματα
απ την χιλιόχρονη την φύση

Αυτή ήταν μόνο η αγάπη σου
μες της συνήθειας το δισάκι
κι εγώ σβησμένο αποτσίγαρο
στο δανεικό μου το τασάκι

Όλα γυρνούν και ξεθαμπώνουνε
και πέφτει μέσα μου η γαλήνη
φιγούρες όσων λιγοψύχησαν
θα δω κι απόψε στην σελήνη

Το δα και αυτό
πολύ τρελό
το να σκοτώνεις
την μητέρα
του παιδιού σου
στην τελική
φθηνή η ζωή
την αγοράζεις
την πουλάς
με το κορμί σου
Πορεία ψυχής
ημιθανής
μέσα στον κόσμο
της παράνοιας
βυθισμένη
γίνε εγκρατής
κομμάτια γης
είναι το μέλλον
που για σένα
περιμένει
Λυτά σκοινιά
σφιχτά δεσμά
δεν φτάνουν όμως
το άθροισμά μας
εν συνόλω
για να δέσουν
Ζουρλοί λυτοί
είναι πολλοί
στης τιμωρίας
το κλουβί
δεν θα χωρέσουν