Μίλα ελεύθερα
σε 5 δεύτερα
θα χει η αγάπη μας
σαν σήριαλ τελειώσει
μόνο ένα ερώτημα
το χειροκρότημα
πότε θα πέσει
ένα δάκρυ να στεγνώσει

Η αλήθεια σφάζεται
που σε χρειάζεται
ενώ το νόμιζε
πως σε είχε ζαχαρώσει
να φύγεις βιάζεσαι
κι ούτε που νοιάζεσαι
που το δικό σου χέρι
με έχει αδίστακτα σκοτώσει

Σβηστά τα αστέρια μας
μες στα μαχαίρια μας
ποιος το κουβάρι
της κλωστής μας θα ξεμπλέξει
κομμένα σύρματα
αχ και να γύρναγα
να μην ακούσω
πως και οι δυο έχουμε φταίξει

Σαν βλέπω αυτό το μάγουλο μέσα στην φρεσκαδούρα
έξω το μέσα μου έρχεται και παίρνω την μαγκούρα..
Σαφρακιασμένος στην ψυχή, ίδιος ο εωσφόρος,
που απ’ τις πολλές τις πτήσεις του.. έγινε αεροπόρος..
Τέτοια δημιουργήματα μέσα στην κολυμπήθρα
τα πνίγουνε, πριν να ζητούν της εξουσίας τα σκήπτρα,
Τώρα αυτός πως ξέφυγε; ΄Ηταν προστατευμένος
στις πλάτες μας να αναπαυθεί, και μοσχαναθρεμμένος..

Ο γάμος έγινε λυτά, ιεροτελεστία
ώσπου η μοίρα το ‘φερε να ‘ρθει η πανδημία
Δεν πλησιάζεις τώρα πια το νυφικό κρεβάτι
ξεχνάς την υποχρέωση, κρατάς μόνο γινάτι
ενώ εγώ τσιμπήθηκα για να σε προφυλάξω
να είμαστε αυτοκόλλητοι, την μάσκα να πετάξω..

Μου λες ότι δεν πρόκειται δίπλα μου να ξαπλώσεις
στις πονηρές ορέξεις μου εύκολα να ενδώσεις
και από την στεναχώρια μου έχασα τα μαλλιά μου
ενώ σε λήθαργο βαθύ έπεσαν τα όργανά μου
Δεν κρύβεται η ανάγκη μου δυο χρόνια υποφέρω
να προσπαθώ διακαώς στην κλίνη να σε φέρω

Ποιος δράστης να σε ψέκασε και δεν με πλησιάζεις
μόλις κάνω μια κίνηση, αρχίζεις να φωνάζεις
έγινα μες τα μάτια σου του εαυτού μου κλώνος
εσύ κοιμάσαι μοναχή και υποφέρω μόνος
Μίσος ασίγαστο κρατώ για τα πειράματά τους
που να σχιστούν τα μάτια τους και να κοπεί η μιλιά τους

Το κομποσκοίνι έπιασα και μοναχός θα γίνω
αφού δεν βρίσκω φάρμακο για τον ιό να πίνω
δέχομαι «extra» παροχές, θερμές ευχαριστίες,
που μπήκα στα πειράματα, χωρίς ταλαιπωρίες
ενώ εσύ αντίρρηση έχεις και μουλαρώνεις
και ότι σε βρει μελλοντικά, μόνος σου, μου δηλώνεις..

εσύ όλη μέρα το γουδί, εγώ το γουδοχέρι
προς το παρόν νυχθημερόν κουράζω το ένα χέρι
βλέποντας μόνο ηδονικά τα μέτρα στην TV τους
η προπαγάνδα να ανθεί, κι εγώ στην δούλεψή τους
κι αφού προθύμως να ‘ρχεσαι για μήνες δεν το βλέπω
σου πιπιλίζω το μυαλό, θα χάσεις τον Αλέκο..

που ζει μονίμως ασκητής και σε παρακαλάει
και μόνο το αυτονόητο που πρέπει σου ζητάει
είναι τις νύχτες νευρικός κι όλο ξεσπά η οργή του
ελέω κορωνοϊού χαράμι το βρακί του..

Ποιος απ το λούκι θα μας βγάλει ;
όποιος την, έχει ποιο μεγάλη
την άκρη κι έχει επιτυχίες
σε λαμογιές, ραδιουργίες
Όποιος γνωστό σε δίκη βάζει
τις μετοχές του ανεβάζει
μάρτυρες φέρνει πληρωμένους
χιλιο δαφνο στεφανωμένους
Τα 5 δάκτυλα ανοιγμένα
να στρέφονται προς τον κανένα

Ω θαυμαστή μου γη και πλάση
διαφθορά έχεις χορτάσει
όσο σκαλίζεις θα βρωμάει
εκεί που ο ψεύτης θα μιλάει

Την δε ταυτότητα ανθρώπου
εδώ την σχίζω επιτόπου
τίτλος τιμής όταν θα γίνει
τίποτα σκάρτο δεν θα μείνει.

Έχω φορέσει φίμωτρο, είπανε πως δαγκώνω
ακόμη κι όταν οδηγώ μόνος μου το δηλώνω

Πολλοί με βλέπουν και γελούν μα που να καταλάβουν,
πως αν με βρουν αμολυτό θα τρέχουν να προλάβουν

Φοβάμαι μην παρεκτραπώ και μένανε δαγκώσω ,
ευρώ περισσευούμενο δεν θα χω να πληρώσω

Αγάπη σαν και την δική μας
λευκό λουλούδι μες το βράχο
που ολημερίς το κύμα σπάει
και ζει με αλμύρα και δροσιά
Ο ήλιος μόνο το ζεσταίνει
χέρι κανένα δεν το αγγίζει
την νύχτα τα άστρα το χαϊδεύουν
που χει τα άνθη του κλειστά

μην το πεις πουθενά
πως υπάρχεις για μένα
θα ζηλέψει η σκέψη
όσων ζουν μοναχοί
ευτυχία το ξέρεις
είναι δύσκολη λέξη
σε έναν ψεύτικο κόσμο
είμαστε τυχεροί

Προσφάτως αναβαθμισθείς έγινες εξουσία
ξεχνώντας τελεσίδικα την πρότερη ιστορία
τότε που οι κοινοί θνητοί συνέτρωγαν μαζί σου
και δεύτερης διαλογής ήτανε η ζωή σου

Πως βρώμαγε το χνώτο σου τώρα έχεις ξεχάσει
συχνάζεις με «πολιτικούς» και είσαι σε μαύρη δράση
βάζεις να ξεσκονίζουνε γαλόνια και επωμίδες
στήνοντας σε όσους αφελείς επώδυνες παγίδες

Και ζώντας κυκλοθυμικά, ξεχνάς ποια η αλήθεια
γιατί μπερδεύεσαι και εσύ μέσα στα παραμύθια
νομίζεις πως η τσέπη σου μπορεί να αγοράσει
ότι αγαθόν θελούμενον και να το υποτάξει

Ευγένειες και αισθήματα δεν ξέρεις τι σημαίνουν
είναι τα φλούδια που οι κοινοί, τα βράζουν
και χορταίνουν,
κι αν έχεις πλάσει όνειρα και νοιώθεις επαρμένος
σου λέω πως πολύ βαθιά βρίσκεσαι νυχτωμένος

Ξυπόλητος γεννήθηκες και έτσι θα πεθάνεις
για αυτό μια διαπίστωση νωρίς πρέπει να κάνεις
ότι δεν είσαι άξιος να νοιώσεις ευτυχία
γιατί το πνεύμα και η καρδιά είναι σε δυσοσμία

Χρόνο πολύ σπατάλησα να σε χαρακτηρίσω
Έξω η ζωή μ’ αναζητά και εγώ θέλω να ζήσω

Γύρνα λοιπόν στην τρύπα σου
και κούνα το κεφάλι
όταν εσύ ξεκίναγες
γυρνούσανε οι άλλοι

Απόψε βρήκε το φεγγάρι
το σύννεφο για να κρυφτεί
φώτισε όλα τα σκοτάδια
μα δεν μπορούσε να σε βρει

Δεν φταις εσύ είπα φεγγάρι
που χει η αγάπη μου χαθεί
πες μου μονάχα στην ζωή σου
τέτοια ψευτιά αν έχεις δει

Εκείνο δάκρυσε μαζί μου
και μου ‘πε ξέχνα, είναι καιρός
πολύς ο χρόνος κι είναι κρίμα
να ‘σαι τα βράδια μοναχός

Απόψε βρήκε το φεγγάρι
ένα κορμί χωρίς ψυχή
που του ζητούσε μία χάρη
ξανά για αγάπη να μην πει

Στου κασίδη το κεφάλι
πειραματισμοί μεγάλοι
σύριγγες ,φακοί, οθόνες
ασθενείς στις πολυθρόνες
που χαμογελούν με χάρη
σαν ξαπλώνουν στο «ριχτάρι»
μια ζάλη άνευ αιτίας
προϊόν ωορρηξίας
ή τσιμπήματος αιτίας;
Προτείνω πριν το τσίμπημα
να πας φωτογραφείο
την πρότερη σου την μορφή
να έχεις σε αρχείο
για να μπορείς την σύγκριση
εύκολα να την κάνεις
μες το γυαλί σαν κοιταχτείς
και θέλεις να πεθάνεις.
Δεν είμαι εγώ αυτός εδώ
που βλέπω στον καθρέφτη
και φεύγεις τρέχοντας μετά
λες και σου βάλαν νέφτι

Γέμισε η σκέψη με πνιγμένες λέξεις
που χαθήκανε
σαν οφειλές λησμονημένες
μες το παρελθόν
Ο χρόνος είναι μοιρολάτρης
΄Ισως βρεθούμε μες της Κυριακής τα χρώματα
για να μου πεις εκείνο που δεν πρόλαβες
Πως ξεχωρίζουν τα έρημα πουλιά
από τα ταιριασμένα;
Πως να πετούν αυτά που χουν
σπασμένα τα φτερά;