Ένα όνομα μες τον κατάλογο
και μια κίτρινη φωτογραφία
όλη η παρουσία σου στον κόσμο μου
και μια προδομένη ιστορία

όλα θα βαδίσουνε τον δρόμο τους
που το πεπρωμένο θα διαλέξει
είχες το κουράγιο και προσπέρασες
δεν θα πω για σένα ούτε λέξη

μένεις στην καρδιά μου ένα οικόσημο
ότι αγαπώ το περισσώνω
και όλα τα κομμάτια που με σκόρπισες
ένα, ένα πάλι τα ενώνω

Αν μ’ αγαπούσες μες το πλήθος θα ξεχώριζες
θα ερχόσουν ξένος και θα έμενες για πάντα
κοινή στο μέλλον την ζωή θα προσδιόριζες
θα τραγουδούσες των φιλιών μας την μπαλάντα

θολό τοπίο όμως έμεινες στο βλέμμα μου
για να ταΐζεις της ψυχής σου το θηρίο
σ’ αυτόν τον κόσμο ο τρελός που ονειρεύεται
είναι γιατί η αγάπη φτιάχτηκε για δύο

μαζί τραβούσαμε του έρωτα τα βήματα
δεν καταστάλαξε η καρδιά να ξαποστάσει
κι ενώ περίμενα το τραίνο σου στην στάση μου
το επιτάχυνες σαν σφαίρα να περάσει

Ο άγγελος στο πλάι σου έμαθε να αγαπάει
και μένα η φωνούλα σου στον ουρανό με πάει
μικρή φατσούλα τρυφερή έλα στην αγκαλιά μου
και πες το μου να τρελαθώ το «σ’ αγαπώ γιαγιά μου»

΄Ακρη δεν έχει ο ουρανός που θα σε σεργιανίσω
με πλουμιστά τα ρούχα σου θέλω να σε στολίσω
και πάνω στην ακρογιαλιά τα δυο μας χέρι χέρι
κάστρα θα χτίσουμε ψηλά να τα σκορπάει τ’ αγέρι

Όλα τα ξεπουλήσαμε (τις κάλτσες τα σοσόνια)
το χρέος θα ξοφλήσουνε πιο πέρα απ τα εγγόνια
βλέπετε είχατε ικανούς ηγέτες στο τιμόνι
που μες την λάσπη βούτηξαν και έφυγαν μες την σκόνη
Τόμοι πολλοί ο βίος μας μα ποιος να τους διαβάσει
(μπορεί και το κεφάλι του στον τοίχο να το σπάσει..)
αλήθεια τι πιστεύατε πως με τις εκλογές μας
συνδαιτυμόνες θα ήσαστε, δικός σας και ο μπουφές μας;

Οι κλέφτες νύχτα τριγυρνούν και οι επαγγελματίες
μες της «βολής» το κάνιστρο χτυπούν υπερωρίες
έχουμε εξοικειωθεί με τους τεμπελχανάδες
που απ το πολύ το καθισιό όλοι μετρούν παράδες
(των φόρων το απόσταγμα περικοπών τα ίδια
και οι τσοπάνηδες θα πουν, αυτοί κι αν είναι γίδια)
δεν κοκκινίζουν μάγουλα, ούτε ταχυκαρδία
παθαίνουν όσοι άρπαξαν του κράτους τα ηνία..

Χρόνια καλπάζουν δυο και τρεις επάνω στο άλογό σου
και τρώνε απ το πιάτο σου και το μερίδιό σου
όλο τα φαγητό σου..

Σε κλέβω και σε συμπονώ ύστερα για να ζήσεις
την μεγαλοκαρδία μου θα ακούσεις στις ειδήσεις
έγινες η επαίτης μου και της ζωής σου ο χρόνος
θα κόβεται στα μέτρα μας να ναι σωστός ο φόνος

Τα όπλα σας τα μυστικά
τα έχω πακετάρει
όποιος θα δώσει προσφορά
καλύτερη θα πάρει

Οι εντολές σαν πέλεκυς
θα πέσουν στο κεφάλι
κι άμα δεν υπακούσουμε
καινούριο καρναβάλι

Υποταγή στο σύστημα
βαθιά οι υποταγμένοι
και η ποδιά μαγειρικής
μονίμως λιγδωμένη

Με αυτά και τούτα η ζωή
μας παίρνει στο κατόπι
και χάνεται απ’ τα χέρια μας
και η μπάλα και το τόπι

Με τεντωμένο το λαιμό
πάντα κυκλοφορούμε
αφού κανείς δεν θα μας πει
να πάμε να πνιγούμε..

Μικρό παιδί σαν ήμουνα
και πήγαινα σχολείο
τα βασικά μου μάθανε
για π@ος και αι@οίο
μην μείνω απληροφόρητος
και δεν θα προχωρήσω
την αλλαγή του φύλου μου
όταν αποφασίσω
Ο βούρδουλας στο παρελθόν
έκανε την δουλειά του
ίσως και τώρα χρήσιμος
να ναι στα αφεντικά του
που απ’ το βάθος της βουλής
(να τους κοπεί το χέρι)
στήνουν στην αθωότητα
την παιδική, καρτέρι..

Εσύ η θάλασσα εγώ το κύμα
εσύ ο θόρυβος εγώ η σιωπή
μακριά μου να σαι είναι το κρίμα
αυτό το στόμα θέλει φιλί

Ψυχή λουλούδι είναι η ματιά μας
και στον ορίζοντα λευκά πουλιά
εετούν ελεύθερα στα όνειρά μας
γέλια ακούγονται από παιδιά

Αν μείνεις γίνομαι ο βασιλιάς σου
και το τιμόνι μας είναι κοινό
αν φύγεις πίσω σου θα μια σκιά σου
κάθε σου βήμα να ακολουθώ

Πως γαληνεύεις της ψυχής τους φόβους και τα πάθη
μυστήριο άλυτο που κανείς, ποτέ του, δεν θα μάθει

έχεις κλειστά τα μάτια σου και εγώ σου τα φυλάω
είναι η αγάπη μου πλατιά μέσα τους δεν χωράω

κι έτσι όπως στάζει το κερί πάνω στο όνομά μου
στο σύμπαν λέω ευχαριστώ που μπήκες στην καρδιά μου

Μετά ο ήλιος χάνεται μέσα στα σύννεφά σου
με διώχνει ο ίδιος άνεμος που με ‘ φερε κοντά σου

κι έτσι όπως στάζει το κερί πάνω στο όνομά μου
στο σύμπαν λέω ευχαριστώ που μπήκες στην καρδιά μου

Όσα ποτέ φαντάστηκα για αγάπη όταν σκεφτόμουν
ήταν το φως στα μάτια σου που είχα οδηγό μου

όλο τον κόσμο όριζα, στον κόσμο σου που ζούσα
και για τους δυο την δύναμη είχα και συγχωρούσα

Κοίτα να δεις
μπροστά ξημερώνει
κοίτα ψηλά
δεν είσαι μόνη

Όσο ποτέ δεν πόνεσα βοήθεια σαν ζητούσα
ήταν η νύχτα που φυγες και εγώ εκλιπαρούσα

μια καληνύχτα να μου πεις μες το βαρύ σκοτάδι
για να γιατρέψει την πληγή στο ψεύτικο σου χάδι