΄Εστεκες στην άκρη του γκρεμού
άπλωσα το χέρι να σε πιάσω
μπήκες στης ζωής μου το κενό
κάτι που ποτέ δεν θα ξεχάσω

Φεύγεις όπως ήρθες ξαφνικά
ξέχασες αυτήν την κίνησή μου
και γυρνάς τον χρόνο στα στερνά
ένα λάθος όλη η ζωή μου

Δεν ζητάω για μένα πληρωμή
ο θεός το ξέρει τι αξίζεις
ένα τραύμα μένει ανοιχτό
και όταν σε σκεφτώ μου το θυμίζεις

Εφέτος το παράκαναν και στην φορολογία
τα τέλη για το έλκηθρο αύξησαν επί τρία
με περιμένουν τα παιδιά δεν ξέρω τι να δώσω
παλεύω με επισκευές το έλκηθρο να σώσω..

Φοβάμαι και τις καιρικές συνθήκες που φυσάνε
στις ανεμογεννήτριες επάνω μην με πάνε
μια τέτοια χώρα επαρκώς πώς να εφοδιάσω
με τόσους προβληματισμούς τα νεύρα μου θα σπάσω..

Οι συνειδήσεις χαλαρές και οι ιδιοκτησίες, πολλές,
κι όλες ανήκουνε, εις τις γνωστές φατρίες
με τόσα σπίτια ο καθείς, σκέφτομαι και γελάω
πρέπει να πάρω απόφαση, σε ποιο θα πρωτοπάω..

Αν κουραστούν οι τάρανδοι, αυτούς πρέπει να ζέψω
(στο τέλος της διαδρομής, ξύλο να τους φιλέψω)
τους δε πανούργους δικασ@ές θα πάω να ξεφωνίσω
πότε θα βγει απόφαση με στόμφο θα ρωτήσω..

Τσιράκια είναι όλοι τους της φαύλης εξουσίας
και ο απόμαχος δουλειάς ο ηδονοβλεψίας
που βλέπει τα «αναδρομικά» να ερωτοτροπούνε
χωρίς μια ενημέρωση άμα ποτέ θα βγούνε..

Τα πα ξεθύμανα και φευ, για ύπνο πέστε πάλι
δεν θα σας μείνει για πολύ, στο σώμα, το κεφάλι..

Θα θωρακίσω την καρδιά κανείς να μην εισβάλλει
φίλοι ντυμένοι οι εχθροί να μην ξανάρθουν πάλι
ότι αγαπούσα το ‘χασα της μοναξιάς το χέρι
μονάχα με συντρόφευε και ένα ψυχρό αγέρι
και του Ιούδα το φιλί καλά το γνωρίσει
κρύφτηκα απ την αγάπη του, ξημέρωσα στην δύση

Με αυτά και κείνα πέρασαν τα δύσκολα τα χρόνια
γνώρισα τι θα πει να ζεις με αγάπη και συμπόνια
όλα τα γεύτηκα, κρασί, γλυκό στον ουρανίσκο
το ίδιο τέλος γνώριμο, σε χάνω όταν σε βρίσκω
έχει μια τάση η καρδιά να χει κλειστά τα μάτια
ότι ολόκληρο θα ‘ρθει να σχίζει σε κομμάτια

μα έχει δικό της τον θεό ψηλά να συγχωράει
μέσα απ την ίδια της φωτιά όρθια να περνάει

Από την κούνια σου μωρό
την γη μονοπωλούσες
και την αφρόκρεμα του νου
στα δάχτυλα κρατούσες
από το ένα θηλυκό
ταξίδευες στο άλλο
την δύναμη του αρσενικού
φύλαγες στον καβάλο

όμως τα χρόνια πέρασαν
και άσπρισαν τα μαλλιά σου
ώριμο φρούτο έπεσε
στο χώμα η αγκαλιά σου
πες μου ποια σε αγάπησε
όπως σε αγαπούσα
και όταν να ‘ρθεις περίμενα
τόσο καρδιοχτυπούσα

έπαιξες και έχασες και εσύ
εγωιστής μεγάλος
από μικρός φαινόσουνα
πως θα γινόσουν άλλος
τώρα τα ρέστα μην ζητάς
την ήττα αποδέξου
σου χουν μακρύνει τα μαλλιά
και πήγαινε κουρέψου

Λόγια γλυκά θέλω να ακούσω από σένα
να ανατριχιάσει το κορμί στο άγγιγμά σου
εσύ γκρεμίζεις όλα τα κάστρα ένα, ένα
και εγώ το σώμα που σωριάζεται μπροστά σου

΄Εχει ο χρόνος της φυγής σου σταματήσει
ο λεπτοδείχτης στο ρολόι κολλημένος
και στο τι κάνεις που ο κάθε ένας θα ρωτήσει
λέω πως είμαι απ την αγάπη νικημένος

κάθε πρωί εγώ μαζί σου θα ξυπνάω
θα τριγυρνάω στα λημέρια του κορμιού σου
και όσο κι αν θέλεις μακριά για να με διώξεις
στο κατά βάθος θα είμαι μέρος του μυαλού σου

΄Ερχομαι, ετοιμάσου για τον βιασμό..

Επτά με δέκα το πρωί βιάζω την γυναίκα
και ύστερα για δεκατιανό «πειράζω» μια μπεμπέκα
με έχουν σε υπόληψη, μόλις με δουν ξαπλώνουν
και το πεσμένο ηθικό, αμέσως το σηκώνουν

Είμαι ακριβό δίκαιος σε όλες το προσφέρω
το ακριβές διάστημα ακόμη δεν το ξέρω
που θα μπορώ να ακολουθώ το πρόγραμμα της στύσης
αν σταματήσει κάποτε το στάξιμο της βρύσης

΄Εκαστος εις το είδος του και εγώ κρυοπληξία
πρέπει να κάνω δυστυχώς στα αιμοφόρα αγγεία
αυτά που αιματώνουνε τις κάτω απολήξεις
γιατί με πήραν είδηση και έρχονται συλλήψεις..

Δοξάζω που γεννήθηκα με τόσες επιδόσεις
(για να χαρείς το σπίτι σου πρέπει και να το σώσεις)
χώστε με όσο πιο βαθιά στην φυλακή μπορείτε
αντί για μένα όλοι σας εμπρός το σεξ χαρείτε

Αντρώθηκα σαν βιαστής από την εξουσία
σε πόσα περιστατικά δεν έχει σημασία
κάποτε επιβράβευση θα μου δοθεί μεγάλη
έπραξα εκείνα που μπορώ και δεν μπορούν οι άλλοι..

Και μη χειρότερα..

Βγήκε ο ήλιος και το χιόνι σου θα λιώσει
κρύα καρδιά έχεις το μέσα μου παγώσει
θα σε θυμάμαι «το γλυκό, γλυκό μου ψέμα»
γιατί σ’ αγάπησα και μην το κάνεις θέμα

Αρκεί για μένα αυτό το λάθος να αναλάβεις
κι απ την συγνώμη του θεού να μεταλάβεις
έχει η καρδιά μου μια περίσσεια να σου δώσει
τι κι αν τα χέρια σου την έχουν ξεριζώσει

Εκεί που κρύβεσαι τις τύψεις να αποφύγεις
όσο κι αν χτύπησα την πόρτα δεν ανοίγεις
ξέρω πως πέρασε η ζωή μου στο μαζί σου
μα εσύ γαλήνιος και απρόσιτος κοιμήσου

-Αυξήσεις που θα πάρουμε (46%) είναι δικαίωμά μας
αφού δεν ταλανίσατε τα τροφαντά πλευρά μας
σαν τους βρυκόλακες της γης σας πίνουμε το αίμα
και σεις προβάτου απαθές το έχετε το βλέμμα

Λυγούρια καταντήσατε με λιγοστές συντάξεις,
«δεν θα βρεις ούτε ένα ευρώ ακόμη κι αν με ψάξεις»
λένε ο γέρος και η γριά στην αγορά σαν βγούνε
μέχρι ραδίκια ανάποδα να δουν όταν χαθούνε

Οι δακτυλοδεικτούμενοι εμείς στην βόλεψή μας
μέχρι ο διάβολος να ρθει να πάρει την ψυχή μας

-Συνταξιούχοι:
Ποιανού δόρατος τρύπημα και πια σφαιροβολία
μπορεί να λήξει ένδοξα αυτήν την συμπαιγνία
να κρέμομαι απ της Θέμιδος την ένδοξη την κρίση
κι αφού πεθάνω να γευτούν των αναδρομικών την λήξη..

Αυτοί κουμ καν να παίζουνε μέχρι που να χαράζει
και εμείς στο σπίτι νηστικοί και η πόρτα μας να μπάζει..

΄Ετσι όπως ήρθες θα χαθείς
σαν ταξιδιώτης απ τον χρόνο νικημένος
κι αν καταφέρεις την αλήθεια σου να δεις
να ξέρεις θα ‘σαι απ τον θεό ευλογημένος

Εμάς τους δυο το παρελθόν μας συντροφεύει
σαν δυο σταγόνες που ενώθηκαν μαζί
πως το μπορείς να το ξεχνάς το χω απορία
ότι σου χάρισα αγάπη και στοργή

Μέσα στο κάδρο το θαμπό απορημένη
στο πρόσωπό σου βάζω εγώ την πινελιά
το όνομά μου μια παλιά αγαπημένη
που χει πετάξει τα δικά σου τα κλειδιά

΄Απραγη που καθόσουνα καιρό και δεν χτυπούσες
μου δωσες την εντύπωση ότι με καρτερούσες
για αυτό και εγώ σκαρφάλωσα για να σε κατεβάσω
(είναι ο χαλκός πανάκριβος θα τον εξαγοράσω)

Σε αγγίζω σε μετακινώ με χίλιες προφυλάξεις
μην και χτυπήσεις ξαφνικά και με ξεφταλαγιάσεις
είναι για τα ελληνόπουλα ο κίνδυνος ετούτος
πότε καμπάνες να χτυπούν, πότε κανένας κούκος

(είναι μες το επάγγελμα εκτός από φιλάκια
τα βρώμικα χεράκια μας να δένουν βραχιολάκια)

Τα βασικά μαθήματα απ’ τις κλοπές αρχίζουν
μετά τα όπλα και οι μπουνιές καλά το συνεχίζουν
και το πτυχίο σφραγίζεται «ληστεία μετά φόνου)
κι όλα τα μπογαλάκια μας, βαλίτσες και επ ώμου

αλλιώς ανία στο τσαρδί και οι γκόμενες πεινάνε
άμα σου λείπει το ρευστό, τι στο καλό να φάνε;

Τον πιάσαμε τον στόχο μας 25 οι καμπάνες
πάνω στο Dαtsun θα ανεβούν, να φάνε οι
φαγάνες

΄Υπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον παπά μας
να μην ξυπνήσει στην κλοπή και βρούμε τον μπελά μας
εμείς δεν φρονιμεύουμε ζούμε έτσι για πλάκα
και ένας τον άλλο προσφωνεί «τι κάνεις βρε μακάκα;»

Σκέψη δράστη αναφορικά με το επιτρεπτό της πράξης
από τον ύψιστο για το κλέψιμο καμπάνας:

Μου έδωσες το ελεύθερο να κλέψω την καμπάνα
συγνώμη για το γεγονός ζητάω από την μάνα
αυτή που όταν με γέννησε το λάθος αγνοούσε
και η κοινωνία αργότερα σχολειό δεν απαιτούσε

(όσες καμπάνες κλέψαμε τόσα τα κρίματά μας..
τι θα κρεμάσουν αντ’ αυτών εις τα καμπαναριά μας;)

Το ηθικό και λογικό θα ήτανε τα κεφάλια
από τα βέβηλα κορμιά που έχουν μαύρα χάλια
και δεν τους άγγιξε ποτέ καμιά σχολειού παιδεία
γι αυτό και όλες οι πράξεις τους γεννούν την αηδία!