-Αυξήσεις που θα πάρουμε (46%) είναι δικαίωμά μας
αφού δεν ταλανίσατε τα τροφαντά πλευρά μας
σαν τους βρυκόλακες της γης σας πίνουμε το αίμα
και σεις προβάτου απαθές το έχετε το βλέμμα

Λυγούρια καταντήσατε με λιγοστές συντάξεις,
«δεν θα βρεις ούτε ένα ευρώ ακόμη κι αν με ψάξεις»
λένε ο γέρος και η γριά στην αγορά σαν βγούνε
μέχρι ραδίκια ανάποδα να δουν όταν χαθούνε

Οι δακτυλοδεικτούμενοι εμείς στην βόλεψή μας
μέχρι ο διάβολος να ρθει να πάρει την ψυχή μας

-Συνταξιούχοι:
Ποιανού δόρατος τρύπημα και πια σφαιροβολία
μπορεί να λήξει ένδοξα αυτήν την συμπαιγνία
να κρέμομαι απ της Θέμιδος την ένδοξη την κρίση
κι αφού πεθάνω να γευτούν των αναδρομικών την λήξη..

Αυτοί κουμ καν να παίζουνε μέχρι που να χαράζει
και εμείς στο σπίτι νηστικοί και η πόρτα μας να μπάζει..

΄Ετσι όπως ήρθες θα χαθείς
σαν ταξιδιώτης απ τον χρόνο νικημένος
κι αν καταφέρεις την αλήθεια σου να δεις
να ξέρεις θα ‘σαι απ τον θεό ευλογημένος

Εμάς τους δυο το παρελθόν μας συντροφεύει
σαν δυο σταγόνες που ενώθηκαν μαζί
πως το μπορείς να το ξεχνάς το χω απορία
ότι σου χάρισα αγάπη και στοργή

Μέσα στο κάδρο το θαμπό απορημένη
στο πρόσωπό σου βάζω εγώ την πινελιά
το όνομά μου μια παλιά αγαπημένη
που χει πετάξει τα δικά σου τα κλειδιά

΄Απραγη που καθόσουνα καιρό και δεν χτυπούσες
μου δωσες την εντύπωση ότι με καρτερούσες
για αυτό και εγώ σκαρφάλωσα για να σε κατεβάσω
(είναι ο χαλκός πανάκριβος θα τον εξαγοράσω)

Σε αγγίζω σε μετακινώ με χίλιες προφυλάξεις
μην και χτυπήσεις ξαφνικά και με ξεφταλαγιάσεις
είναι για τα ελληνόπουλα ο κίνδυνος ετούτος
πότε καμπάνες να χτυπούν, πότε κανένας κούκος

(είναι μες το επάγγελμα εκτός από φιλάκια
τα βρώμικα χεράκια μας να δένουν βραχιολάκια)

Τα βασικά μαθήματα απ’ τις κλοπές αρχίζουν
μετά τα όπλα και οι μπουνιές καλά το συνεχίζουν
και το πτυχίο σφραγίζεται «ληστεία μετά φόνου)
κι όλα τα μπογαλάκια μας, βαλίτσες και επ ώμου

αλλιώς ανία στο τσαρδί και οι γκόμενες πεινάνε
άμα σου λείπει το ρευστό, τι στο καλό να φάνε;

Τον πιάσαμε τον στόχο μας 25 οι καμπάνες
πάνω στο Dαtsun θα ανεβούν, να φάνε οι
φαγάνες

΄Υπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον παπά μας
να μην ξυπνήσει στην κλοπή και βρούμε τον μπελά μας
εμείς δεν φρονιμεύουμε ζούμε έτσι για πλάκα
και ένας τον άλλο προσφωνεί «τι κάνεις βρε μακάκα;»

Σκέψη δράστη αναφορικά με το επιτρεπτό της πράξης
από τον ύψιστο για το κλέψιμο καμπάνας:

Μου έδωσες το ελεύθερο να κλέψω την καμπάνα
συγνώμη για το γεγονός ζητάω από την μάνα
αυτή που όταν με γέννησε το λάθος αγνοούσε
και η κοινωνία αργότερα σχολειό δεν απαιτούσε

(όσες καμπάνες κλέψαμε τόσα τα κρίματά μας..
τι θα κρεμάσουν αντ’ αυτών εις τα καμπαναριά μας;)

Το ηθικό και λογικό θα ήτανε τα κεφάλια
από τα βέβηλα κορμιά που έχουν μαύρα χάλια
και δεν τους άγγιξε ποτέ καμιά σχολειού παιδεία
γι αυτό και όλες οι πράξεις τους γεννούν την αηδία!

Ένα όνομα μες τον κατάλογο
και μια κίτρινη φωτογραφία
όλη η παρουσία σου στον κόσμο μου
και μια προδομένη ιστορία

όλα θα βαδίσουνε τον δρόμο τους
που το πεπρωμένο θα διαλέξει
είχες το κουράγιο και προσπέρασες
δεν θα πω για σένα ούτε λέξη

μένεις στην καρδιά μου ένα οικόσημο
ότι αγαπώ το περισσώνω
και όλα τα κομμάτια που με σκόρπισες
ένα, ένα πάλι τα ενώνω

Αν μ’ αγαπούσες μες το πλήθος θα ξεχώριζες
θα ερχόσουν ξένος και θα έμενες για πάντα
κοινή στο μέλλον την ζωή θα προσδιόριζες
θα τραγουδούσες των φιλιών μας την μπαλάντα

θολό τοπίο όμως έμεινες στο βλέμμα μου
για να ταΐζεις της ψυχής σου το θηρίο
σ’ αυτόν τον κόσμο ο τρελός που ονειρεύεται
είναι γιατί η αγάπη φτιάχτηκε για δύο

μαζί τραβούσαμε του έρωτα τα βήματα
δεν καταστάλαξε η καρδιά να ξαποστάσει
κι ενώ περίμενα το τραίνο σου στην στάση μου
το επιτάχυνες σαν σφαίρα να περάσει

Ο άγγελος στο πλάι σου έμαθε να αγαπάει
και μένα η φωνούλα σου στον ουρανό με πάει
μικρή φατσούλα τρυφερή έλα στην αγκαλιά μου
και πες το μου να τρελαθώ το «σ’ αγαπώ γιαγιά μου»

΄Ακρη δεν έχει ο ουρανός που θα σε σεργιανίσω
με πλουμιστά τα ρούχα σου θέλω να σε στολίσω
και πάνω στην ακρογιαλιά τα δυο μας χέρι χέρι
κάστρα θα χτίσουμε ψηλά να τα σκορπάει τ’ αγέρι

Όλα τα ξεπουλήσαμε (τις κάλτσες τα σοσόνια)
το χρέος θα ξοφλήσουνε πιο πέρα απ τα εγγόνια
βλέπετε είχατε ικανούς ηγέτες στο τιμόνι
που μες την λάσπη βούτηξαν και έφυγαν μες την σκόνη
Τόμοι πολλοί ο βίος μας μα ποιος να τους διαβάσει
(μπορεί και το κεφάλι του στον τοίχο να το σπάσει..)
αλήθεια τι πιστεύατε πως με τις εκλογές μας
συνδαιτυμόνες θα ήσαστε, δικός σας και ο μπουφές μας;

Οι κλέφτες νύχτα τριγυρνούν και οι επαγγελματίες
μες της «βολής» το κάνιστρο χτυπούν υπερωρίες
έχουμε εξοικειωθεί με τους τεμπελχανάδες
που απ το πολύ το καθισιό όλοι μετρούν παράδες
(των φόρων το απόσταγμα περικοπών τα ίδια
και οι τσοπάνηδες θα πουν, αυτοί κι αν είναι γίδια)
δεν κοκκινίζουν μάγουλα, ούτε ταχυκαρδία
παθαίνουν όσοι άρπαξαν του κράτους τα ηνία..

Χρόνια καλπάζουν δυο και τρεις επάνω στο άλογό σου
και τρώνε απ το πιάτο σου και το μερίδιό σου
όλο τα φαγητό σου..

Σε κλέβω και σε συμπονώ ύστερα για να ζήσεις
την μεγαλοκαρδία μου θα ακούσεις στις ειδήσεις
έγινες η επαίτης μου και της ζωής σου ο χρόνος
θα κόβεται στα μέτρα μας να ναι σωστός ο φόνος

Τα όπλα σας τα μυστικά
τα έχω πακετάρει
όποιος θα δώσει προσφορά
καλύτερη θα πάρει

Οι εντολές σαν πέλεκυς
θα πέσουν στο κεφάλι
κι άμα δεν υπακούσουμε
καινούριο καρναβάλι

Υποταγή στο σύστημα
βαθιά οι υποταγμένοι
και η ποδιά μαγειρικής
μονίμως λιγδωμένη

Με αυτά και τούτα η ζωή
μας παίρνει στο κατόπι
και χάνεται απ’ τα χέρια μας
και η μπάλα και το τόπι

Με τεντωμένο το λαιμό
πάντα κυκλοφορούμε
αφού κανείς δεν θα μας πει
να πάμε να πνιγούμε..

Μικρό παιδί σαν ήμουνα
και πήγαινα σχολείο
τα βασικά μου μάθανε
για π@ος και αι@οίο
μην μείνω απληροφόρητος
και δεν θα προχωρήσω
την αλλαγή του φύλου μου
όταν αποφασίσω
Ο βούρδουλας στο παρελθόν
έκανε την δουλειά του
ίσως και τώρα χρήσιμος
να ναι στα αφεντικά του
που απ’ το βάθος της βουλής
(να τους κοπεί το χέρι)
στήνουν στην αθωότητα
την παιδική, καρτέρι..