΄Οποια πέτρα κι αν σηκώσεις
από κάτω θα με βρεις
η ταυτότητά μου γράφει
είμαι ο κύριος κανείς

Ανενόχλητος βολτάρω
τρώω τις κατραπακιές
και σου φέρνω αναγούλες
να ξερνάει ο καμπινές

Εδώ γλεντούν τα σκύβαλα
και τον χορό τους σέρνουν
εσύ στο κατωσέντονο
και συμφορές σε δέρνουν

Τι να μας πουν τα πέτρινα
τα παγωμένα χρόνια
που ψάχνεις για να θυμηθείς
που πήγανε τα αηδόνια..

΄Ολα σας τα προβλήματα
στο τέλος θα τα λύσω
σαν ένα γόρδιο δεσμό
θα τα ξεκαθαρίσω

Εσείς με επιλέξατε
και χίλιες δυο κακίες
ουδέποτε μην ακουστούν
σε διαμαρτυρίες

Πως είμαι γόνος άριστων
θέλω να σας θυμίσω
το δεξιό μου δάχτυλο
πάλι θα σας κουνήσω

Μπορεί να είναι αμφίβολο
το τι καταλαβαίνω
(για τα κορδόνια παπουτσιών
μονάχα για να δένω)

μας εσείς το επιχείρημα
αυτό να λησμονείτε
όταν μες την οθόνη σας
θα βγω για να με δείτε

΄Εχω κρυφά χαρίσματα
που όποιος τα γνωρίσει
σε άλλη κλίμακα αξιών
θα με καταχωρίσει

΄Εκανα τις προσπάθειες
ψηλά για να σας πάω
μένει ο απολογισμός
το τι ξύλο θα φάω

(Κρατήστε το σημείωση ότι και οι πυροσβέστες,
μες στον κουβά πως θα πνιγούν, σαν σύκα στους
ασβέστες και αυτό είναι μια αποτροπή για όσους
τρομοκράτες, θα φτιάξουνε εκρηκτικά για να μας
κάνουν στάχτες)

Βεγγαλικά στο στήθος σου
στα λόγια στο κορμί σου
κι ο πόθος μου είναι νωπός
να βρίσκομαι μαζί σου

Να λούζομαι στην προσμονή
σαν άστρο μες την νύχτα
και να κοιμάμαι μόλις πεις
μωρό μου καληνύχτα

Τα χρόνια μας ακίνητα
με αγάπη κεντημένα
γεννήθηκα για σένα νε
γεννήθηκες για μένα

Και σαν το κύμα που χτυπά
τα δάκτυλα να φύγει
των κτύπων δρόμο η καρδιά
διάπλατα ανοίγει

Νοιώσε με που γεννήθηκα
στα βήματά σου πάνω
όσο υπάρχεις κι όσο ζεις
δεν θέλω να πεθάνω

Ηφαίστειο είμαι που ξεσπάει
και μέσα σου θα εκραγεί
θα κάψει όλη την ψευτιά σου
κι ύστερα αντίο θα σου πει

Πίσω απ’ το δάκτυλο η κορνίζα
που λες πως πια δεν την θυμίζω
σου δίνω ότι σου ανήκε
μόνο να φύγεις σε ξορκίζω

στην λάβα μέσα κι οι δυο μας
να λιώσουμε είναι γραφτό
ήταν αγάπης συμφωνία
και προδομένη από καιρό

Στο χρονοντούλαπο να μπει
αυτή η συμφωνία
πριν χρόνια την ξορκίζαμε
τώρα είναι λατρεία

Βρε πως αλλάζουν οι καιροί
άραγε ποιος θυμάται
σαν της κατσίκας η τροφή
όλο αναμασάται

Εξορκισμοί δεν γίνονται
για να μας κατευνάσουν
ηλεκτροσόκ σε χείριστο
σημείο θα μας φτάσουν

Ρημάδα η αποδοχή
του ΄Ελληνα τεντώνει
φτάνει στο απροχώρητο
όμως δεν τελειώνει

Στην κεφαλή μας κέρματα
και ώριμες ντομάτες
παρούσες και μελλοντικές
αιώνιες απάτες

Τον έρωτά σου θα δεχθώ
ένα μονάχα βράδυ
κι όπως το χώμα το νερό
θα πιω κάθε σου χάδι

Πίνω στην υγειά σου
που έγινα δικιά σου

Είναι γλυκιά η αγκαλιά
που η έλξη την κρατάει
μένουν τα χείλη σιωπηλά
και το κορμί μιλάει

Συνέπεια στα λόγια μου δεν είχα ούτε θα χω
σκοτώνω και την μάνα μου μονάχα για να άρχω
με μελανά τα χρώματα καθείς με περιγράφει
πως «δεν διστάζει επ’ ουδενός» αν είναι να υπάρχει
Το πιο μεγάλο μου προσόν η μη φιλοπατρία
αφού δεσμεύει αρνητικά την κάθε ηγεσία
άστα να πάνε το λοιπόν το πόρισμα για μένα
και το κρεμάω στο λαιμό για να το δουν, καδένα..

Νίπτω τας χείρας μου για σας ως Πόντιος Πιλάτος
η σκέψη για το μέλλον σας έχει μεγάλο βάθος
ενώ οι τοποθετήσεις μου στην «γαλανή πατρίδα»
κάθε διαπραγμάτευσης έγιναν η παγίδα..
Χειροκροτήστε με καλέ, αλαλαγμοί να πέσουν
και οι χειροπέδες ηθικής να ‘ρθουν και να με δέσουν
Το σύνθημα που προωθώ «τα έκανα σαλάτα»
(για όσους ξενιτεύτηκαν και πλένουνε τα πιάτα)
εγώ ο «ασυμβίβαστος» είμαι συμβιβασμένος
και σαν αντίδι στο νερό της σήψης μου βρασμένος..

Είναι αισχρές οι κριτικές που κάνετε για μένα
μα δεν θα ξεκινήσουνε νέο ‘ 21
γιατί τον νεοέλληνα μονάχα η βολή του
τον νοιάζει και οι ηδονές που κρύβει στο βρακί του
΄Ησυχος έτσι τριγυρνώ σαν τον ζαβλακωμένο
οι αντίπαλοι όμως θα με πουν περιχαρακωμένο
Που να σας πέσει εύχομαι και εσάς τέτοια ευθύνη
και στο Αιγαίο από ψαριά τίποτα να μην μείνει..

Όπως το τριαντάφυλλο τα φύλλα σου ανοίγεις
στης αγκαλιάς σου το άρωμα σαν πέπλο με τυλίγεις
σαν πεταλούδα έρχομαι, φεύγω, ξαναγυρνάω
για να σου πω χίλιες φορές το πόσο σ’ αγαπάω

Εσύ ματάκια μου γλυκά είσαι η μέλισσά μου
παίρνω το μέλι απ’ τα φιλιά σαν σ’ έχω αγκαλιά μου

Των αστεριών το ξύπνημα, του φεγγαριού η λάμψη
του ήλιου η καυτή πνοή, να υφάνουν με μετάξι
τους δρόμους που θα περπατάς για να μεγαλουργήσεις
με την αγάπη οδηγό να πας και να γυρίσεις!!

Από μικρή ψηνόμουνα αντίδρασης στοιχείο
κι όταν εναντιώθηκα την έκανα λαχείο

πλακώσαν οι κατραπακιές, το να μετά το άλλο
και έπεσα μες την σύρραξη με πανικό μεγάλο

όλοι απομακρύνθηκαν απ την σημαδεμένη
μες την δική τους την φωλιά κι ας ήταν λερωμένη

μέχρι και εσύ που σκάλιζες πορτραίτο την μορφή μου
με ελαφρά πηδήματα την έκανες ψυχή μου

μες την πυρά το έναυσμα της καύσης μου να δώσεις
αρκεί απ τα τσιμπήματα του νόμου να γλυτώσεις

πέντε δεκάρες φάσκελα σε αυτούς που μ’ αγαπάνε
και σέρνοντας την ζήση μου σαν τους λαγούς σκορπάνε

Εγώ

Τόσα εκατομμύρια που ‘δωσα να σε πάρω
είχα το κόμμα χορηγό, τον πρόεδρο κουμπάρο
το κεραμίδι το χρυσό πάνω από το κεφάλι
ας όψεται η λαμογιά και η μίζα η μεγάλη

Μες τις πισίνες τις ζεστές με χιόνια εγώ βουτάω
και για το δημογραφικό ποτέ μου δεν ρωτάω
μπορεί να είμαι σκερβελές, γούστο μου και καμάρι
ποια είναι αυτή η τυχερή που θα ‘ρθει να με πάρει

Εσείς
Να ζήσετε με ψίχουλα και πενιχρές συντάξεις
γιατί το φύλλο το καλό πρέπει πολύ να ψάξεις
και σαν το βρεις η κάνουλα του χρήματος ανοίγει
ενώ τους αναξιοπαθείς η πείνα θα τους πνίγει

΄Αλλοι χάνουν τα σπίτια τους με funds έχουν νταλκάδες
εγώ γυρνάω με κότερα και με σεκιουριτάδες
έχω χλιδής οράματα ο διάολος να με πάρει
εσείς είστε τυχάρπαστοι και πάρτε το χαμπάρι

Η τράπεζα το πρωινό στον δίσκο θα μου φέρει
το δάνειο εκτινάχθηκε μα δεν κρατούν τεφτέρι
εσύ χρωστάς τα ψίχουλα το σπίτι σου θα χάσεις
φα το και αποδέξου το, άστεγος θα γεράσεις

Αυτοί
΄Ετσι δουλεύει το κακό
είσαι αποτυχημένος
κι από αυτούς που ψήφισες
πλήρως βεβηλωμένος