Κοψομεσιάστηκα η γριά τον τενεκέ να φέρω
και εκεί που κόντευα σχεδόν για να τα καταφέρω
άρχοντας του λιμενικού ένα παιδί τζιμάνι
έφτασε περισπούδαστος το πρόστιμο να βάνει
Από παιδί η μάνα μου μου ‘μαθε να μην βρίζω
γιατί μετά τους δικ@στές θα πρέπει να ζαλίζω
και άντε να συνεννοηθείς με αυτή την συμμορία
δεν φτάνουνε τα φάσκελα στην ετυμηγορία
Πως το ακαταλόγιστο έχουν στην εξουσία
βέβαιο είναι ως γνωστόν χωρίς αμφιβολία
μα ποιος με αυτούς να ασχοληθεί, χρόνο να δαπανήσει
και στα οπίσθια με κλωτσιά, να πάει να τους κουνήσει
Σκέφτηκαν στην φορο διαφυγή, το λάδι να εντάξουν
με τιμολόγια φίλοι μου, το χρήμα να εισπράξουν
που να γυρίσει ο κόσμος τους ανάποδα, σκουλήκια,
και αν ενοικιάζουνε μηδέν να έχουν νοίκια
Μία παχύδερμη γενιά, όλοι οι κουνημένοι
που στης βουλής τα έδρανα κάθονται κοιμισμένοι
και βγάζουν τις πολιτικές τις ρύσεις που μεθάνε
τώρα που τους θυμήθηκα στο διά@λο να πάνε
Όμως θαρθεί η ώρα τους που πέλεκυς θα πέσει
και στα χεράκια τους τα δυο, μέταλλο θα φορέσει
μες το σκοτάδι του κελιού όλους θα τους εντάξει
και το κλειδί στην θάλασσα αμέσως θα πετάξει..