Πέθανε πολύ; (ο συνταξιούχος)

 

Θανάτων προϋπολογισμούς για τους συνταξιούχους

έκανα αφιλοκερδώς, και τους κρατώ ευνούχους,

εις το χαρέμι μας αυτό, της μαύρης εξουσίας

ως παρελθόντα «έπιπλα» της τρίτης ηλικίας..

΄Ηταν συμβόλαιο τιμής, τα όσα είχα τάξει

ότι θα ζούσαν όλοι τους μη βρέξει και μη στάξει

εις στα φανάρια ολημερίς, στα τρένα και στη στάση

να επαιτούνε για ζωή.. και σαν τα περιστέρια

των κουλουριών τα ψίχουλα, να τρώνε απ’ τα χέρια..

Ποιος άλλος θα τους έδινε τα τόσα μεγαλεία

που ζούνε εις τις μέρες μας, και γράφουν ιστορία;

Είναι που ως αριστερός, ευαισθησίες έχω,

τα «τιμημένα γηρατειά», δεόντως τα προσέχω..

Πρέπει στην ηλικία τους, τα περιττά κιλά τους

να φύγουν από πάνω τους, και το περπάτημά τους

στον δρόμο για την ζητιανιά, ποιο εύκολο να γίνει,

και στην αυτοκτονία τους, καλή και η ασπιρίνη…

Μη φτύνετε όλοι μαζί, πετσέτα πια δεν έχω..

Και αυτά τα ξεφωνήματα, άλλο δεν τα αντέχω..

Γιατί άμα εις την κεφαλή τα πάρω, δεν θα βρείτε

ούτε ευρώ στα ΑΤΜ να πάτε να θαφτείτε…

 

 

Μεσάνυχτα και κάτι

 

Τρίζουν τα χώματα της νύχτας

και ξεπετιούνται οι πεθαμένοι

Γυμνά σπαθιά μες τις κραυγές τους

ζητούν ξανά την λευτεριά μας

 

΄Ελληνα που είναι η φωνή σου

σε έχουν οι βάρβαροι νικήσει;

Έσβησε η φλόγα στην καρδιά σου

και η πίστη σου χαροπαλεύει;

 

Εσύ είσαι απόγονος εκείνων

Ή μήπως λάθεψε η σπορά τους;

Πως λιώνεις στην καταστροφή τους

δίχως αντίσταση στην σκέψη;

 

΄Εγινε το όνειρο εφιάλτης..

Πως θα το δεις αν δεν ξυπνήσεις;

Τούτο το φονικό πεσκέσι

στα όργανά τους να δωρίσεις..

 

΄Εγινε η αντίσταση κομμάτι

της πίτας τους που σε ταΐζουν

Και ούτε ξανά θα ξημερώσει

αν η ψυχή δεν το θελήσει!

 

Δώσαμε, δώσαμε

 

Δώσαμε και τα σώβρακα (τα δικά σας)

δια τους τοκογλύφους

(να μη μας πουν αχάριστους και πειναλέους

γύφτους)

Εσείς στην πείνα και άστεγοι

και εμείς στα υπουργεία

κοπιάστε στα αποφάγια μας,

να αρθεί η επαιτεία..

Χάντρες στο κομπολόι τους (Ε.Ε. ΔΝΤ)

είμαστε ανάθεμά μας

(να μη τα θέλουμε λοιπόν, μονά ζυγά δικά μας)

Προστάτες είναι και ζητούν των «γυναικών» εισπράξεις

(και του μικρού σου του παιδιού, κουλούρι μην του τάξεις..)

Εικόνα στον Γιωργάκη μας κάναμε εγκαινίων

εισαγωγέως «κρίσεως» και πρώτων μνημονίων

και εσείς νεκροί και ζωντανοί, περάστε προσκυνείστε

με όλη σας την προσοχή (διόλου μην αφαιρείστε..)

Η πείνα, η εξαθλίωση είναι δικό σας θέμα

(η θλίψη, η απόγνωση στου άνεργου το βλέμμα..)

Εμείς την υποχρέωση, είχαμε να εκλεγούμε

και δεν υποσχεθήκαμε ότι θα «αναστηθούμε..»

Καλού κακού μια δέηση εις την δραχμή να γίνει

τώρα που το ευρωνόμισμα την χώρα μας αφήνει,

όλα στην ώρα τους θα ρθουν, κανείς μην αμφιβάλλει

ότι και εμείς θα φύγουμε, με «όρθιο» το κεφάλι.

Το καταφύγιο της σιωπής

 

Δεν φταίει η κρίση που γυμνά

τα συναισθήματα αφήνει

φταίει ο κόσμος των ψυχών

που αγάπη ξέχασε να δίνει

 

Το λίγο απέχει απ’ το πολύ

και μένει πάντα χρεωμένο

και το σωστό μες τη σιωπή

κοιτάει τις λέξεις φοβισμένο.

 

Πάνω στο θρόνο μου εγώ

στο «σκήπτρο» μου συγκεντρωμένος

διώχνω τις σκέψεις τις κακές

και σου δηλώνω «κερδισμένος»

 

Αναπροσαρμογές..

 

Τα πουλημένα τα κορμιά πετσόκοψαν και πάλι

τις πενιχρές συντάξεις μας, μας πήραν το κεφάλι,

ίχνος δεν έχουνε ντροπής, και τσίπα ούτε στάλα

μονάχα για την πάρτη τους, μην χάσουν την κουτάλα.

Κουφάρια είναι τα σώματα, που στο χαμό μας πάνε.

Θέση δεν έχουν για ψυχή, άδεια τα κουβαλάνε..

 

Τούτη η αντάρα του μυαλού, άμα ξεκαθαρίσει

ετούτα τα τετράποδα, στον τοίχο θα τα στήσει,

και ούτε δραχμή για φέρετρα, κανείς θα δαπανήσει..

 

 

΄Εγερσις

 

Ξερά τα ξύλα που προσμένουν

μια σπίθα την φωτιά να ανάψει..

Μέσα στο μαύρο αυτής της χώρας

η φλόγα το άδικο να κάψει..

Χωρίς ψυχή, γυμνά κουφάρια

γυρνούν οι δήμιοι και σκοτώνουν,

και τους θανάτους τους δικούς τους

πάνω στις πλάτες μας φορτώνουν..

Χλωμές κραυγές μες τα κατώγια

από τα θύματα «πολέμου»

στέλνουν φιρμάνια για το τέλος

στους κυβερνήτες του ανέμου..

΄Ηρθε η ώρα μην ξεχνιέσαι!

Μουγκός θα μείνεις στη φωλιά σου;

΄Ελα στη μάχη μη δειλιάσεις..

Το ξέρεις, ήρθε η σειρά σου!

Πατρίδα

Αυτό το χώμα σου πατρίδα

σαν το πατώ πως με σηκώνει

ψηλά, να δω τον ουρανό σου

και την σκλαβιά μου λευτερώνει..

Τρίζουν τα κόκαλα προγόνων

Έρχονται να με ξεσηκώσουν

πριν οι φονιάδες της ελπίδος

μες τον γκρεμό τους με σκοτώσουν..

Χτίζω την μνήμη μη γκρεμίσει

και όλο το χθες μου εξατμίσει

βρήκα επιτέλους τη φωνή μου

που τους τυράννους θα τσακίσει..

Τα μάτια ανοίγω και κοιτάζω

Περνούν τα θύματα πολέμου

μέσα σε ρίγη ανατριχίλας

σηκώνουν θύελλες ανέμου..

Ακόμα ετούτος ο χειμώνας

στης κατοχής το βουλοκέρι

ευχή να είναι ο τελευταίος

κι ύστερα άνοιξης αγέρι..

 

 

 

Οι διασώστες

 

΄Εριξα την επιστολή,  που μου έστειλες πεσκέσι,

μες την φωτιά,  Κατου-ρού-γκαλε, σ’αρέσει δε σ’αρέσει,

και βλέποντας να καίγεται στης φλόγες και να λιώνει

το τέλος σας, το σύντομο, εύχομαι να σιμώνει..

 

Από «διασώστες» γίνατε, σαφώς οι δήμιοί μας,

ξεχνώντας ότι θα είσαστε όλοι στην «δούλεψή» μας

΄Εφτασε η ώρα της οργής, φουσκώνει το ποτάμι,

να πνίξει όσους καβάλησαν, του ψεύδους το καλάμι..

 

Θα γίνω μπουχός

 

Ροπή στην εξαφάνιση, έχω σας το δηλώνω

ακόμη και αν το «έργο» μου δηλώνω πως τελειώνω

είμαι στα τελευταία μου και ως «προσωπικότης»

μόλις που σας ονόμασα «Ο Προμηθέας Δεσμώτης»

 

Μπουχός θα γίνω και μετά, να δούμε τι θα γίνει

Ο πονοκέφαλος πολύς, και εγώ σαν ασπιρίνη

τον «στόμαχο» σας τρύπησα, στις νηστικές κοιλιές σας

καθώς αναλογίζεστε μόνο τις οφειλές σας.

 

Προβάρω το σακάκι μου, κιλά πως έχω πάρει

καλά το κατενόησα, και πάρτε το χαμπάρι

πολύ μισήσανε μαθές αυτή την εξουσία

όταν στην επανεκλογή, επήρανε τα τρία…

 

Μαθήματα της Αγγλικής, και της Γεωγραφίας

κάνω κατ’ επανάληψη με κρίσεις υστερίας

μα μένω πάντα στάσιμος, έφεση πως δεν έχω

οφείλω να παραδεχθώ, έστω κι αν δεν τ’ αντέχω..

 

Νυχθημερόν δεν το μπορώ να βλέπω εφιάλτες

Μπουφέδες για αλλοδαπούς και άλλους μετανάστες

και οι εδώ οι άστεγοι, σαν μέλισσες στο μέλι

στα πατημένα τα τσαμπιά, στου τρύγου τα αμπέλι..

 

΄Ελεος μη με κρίνετε, βουτύρου καραμέλα

ομολογώ γεννήθηκα, να μη με πιάσει τρέλα..

 

 

 

Η ομολογία ενός προδότη

 

΄Οτι μπορούσα έκανα

για τα αφεντικά μου

Χιλιάδες, αναρίθμητα

είναι τα θύματά μου

και ο αριθμός ανοδικά

κινείται μέρα μέρα

απ’ την στιγμή που οι δοτοί

αρχίσανε καριέρα… (του Γεωργίου του τροπαιοφόρου)

Μεγάλος ανταγωνισμός

έπεσε μεταξύ μας

και τα πτυχία σωρηδόν

μοιράζει η σχολή μας (σχολή προδοτών)

Ποιος τελικά επίτιμος

πρόεδρος θα στεφτεί

νομίζω η ομήγυρις (Ε.Ε. ΔΝΤ)

πρέπει να το σκεφτεί

και αμέσως οι απονομές

βραβείων να αρχίσουν

στη βάσανο της «λύσης» τους

όλους σαν μας βαφτίσουν.

Το ομολογώ αμάρτησα

έναντι του λαού μου

μα έχω ελαφρυντικό

το χάος του μυαλού μου..