Οι βαρυποινίτες

 

Στις πλάτες τους βαριές ποινές

που δεν έχουν εκτίσει

μα δεν προτίθεται κανείς

στη χώρα να τις σβήσει

κυκλοφορούν ελεύθεροι

και δίνουν χαρτζιλίκι

εις τους «συνταξιούχους» μας

που δεν πληρώνουν νοίκι.. (γιατί δεν έχουν)

Η μεγαλοκαρδία τους

προσβλέπει στη βολή τους

γιατί φοβούνται τη στενή

σαν έρθει η στιγμή τους

που το μαχαίρι κόκαλο

θα φτάσει και θα κόψει

την γάγγραινα της σήψης τους

που έφτιαξαν (οι τριακόσιοι – όχι του Λεωνίδα..)

Μας ελεούνε τα παιδιά

Ψίχουλα μας πετάνε

Λέξη όμως δεν βγάζουνε

για αυτά που μας χρωστάνε

Πένητες μας κατάντησαν

κι οι επαγγελματίες

σεμνές κυρίες μπαίνουνε

μέσα στις εφορίες

πληρώνουν προκαταβολές

της δεύτερης ζωής τους

σε όλους αυτούς που απομυζούν

μόχθους της δούλεψής τους.

΄Ελληνα η συνήθεια

δεύτερη φύση είναι

το χέρι σου αγκυλώθηκε

από το δίνε – δίνε..

Αν καραγκιόζης έγινες

και ζεις για τον πασά σου

κατέστρεψες τη ζήση σου

μαζί και τα παιδιά σου

Εις τους μισθούς συνέταιρο

βάζεις τα αφεντικά σου

για να πληρώνεις συνεχώς

τα μαλλιοκέφαλά σου..

 

 

 

 

Πάρε δώσε

 

Γέννημα θρέμμα αφρόκρεμα

αριστερών προσόντων..

Τι πήρα και τι έδωσα

παζάρι προϊόντων..

Γέρνει του πήρα η ζυγαριά

το δώσε εις το μέλλον

στα καλλιστεία των νεκρών

και άστεγων μοντέλων..

Στην Μπανανία έγινα

πρωθυπουργός μεγάλος

Άλλος σας εμφανίστηκα

και εις το τέλος, άλλος..

Τα έχει αυτά η πολιτική

μασκαρεμένοι όλοι..

Όλα για τις καρέκλες τους

και για το πορτοφόλι..

Μένουν τα λόγια τα παχιά

να μπουν στην κατσαρόλα..

Σούπα φιδές για νηστικούς

που απεδείχθη, φόλα,,,

Επαναπατρισμός των δοσίλογων

στην χώρα τους

 

Όταν θα έρθει η άγια ώρα

που οι κλέφτες μες τις φυλακές τους

θα χουν το πνεύμα παραδώσει

με νεκρωμένες τις καρδιές τους,

 

τότε οι σωροί τους στην πατρίδα (Γερμανία)

θα πρέπει να επιστραφούνε

εδώ μονάχα ως τσολιάδες

των Γερμανών θα κατοικούνε.

 

΄Εχουν για όλα προνοήσει

και αν χάσεις ίσως κάποια δόση

ο πλειστηριασμός κοντά σου

μέσω κομπιούτερ θα ζυγώσει

 

τόχουν στο ΕΣΠΑ αναθέσει

της χώρας μας οι προικοθήρες

όταν τον όλεθρο τελειώσουν

θα βραβευθούν ως ολετήρες

 

Συμβούλιο Επικρατείας

χιλιάδες των ευρώ δικά τους

Εσύ στο δρόμο να πεθαίνεις

και αυτοί τα αναδρομικά τους

 

Η κρίση φούμαρα αδελφέ μου

Για να πεθάνεις δίχως λέξη

Έτσι όπως ζεις μες την σπηλιά σου

Μην περιμένεις για να φέξει..

(Βοήθεια… απ’ τον Αλέξη)

 

Πως, δεν ακούω τι ψελλίζεις,

δεν το ήξερες, δεν το χεις μάθει;

Είναι μια σπείρα, δεδομένο..

Πάψε λοιπόν να κάνεις λάθη!

 

Βγάλε απ’ το χέρι σου το αγκάθι..

 

 

Πέθανε πολύ; (ο συνταξιούχος)

 

Θανάτων προϋπολογισμούς για τους συνταξιούχους

έκανα αφιλοκερδώς, και τους κρατώ ευνούχους,

εις το χαρέμι μας αυτό, της μαύρης εξουσίας

ως παρελθόντα «έπιπλα» της τρίτης ηλικίας..

΄Ηταν συμβόλαιο τιμής, τα όσα είχα τάξει

ότι θα ζούσαν όλοι τους μη βρέξει και μη στάξει

εις στα φανάρια ολημερίς, στα τρένα και στη στάση

να επαιτούνε για ζωή.. και σαν τα περιστέρια

των κουλουριών τα ψίχουλα, να τρώνε απ’ τα χέρια..

Ποιος άλλος θα τους έδινε τα τόσα μεγαλεία

που ζούνε εις τις μέρες μας, και γράφουν ιστορία;

Είναι που ως αριστερός, ευαισθησίες έχω,

τα «τιμημένα γηρατειά», δεόντως τα προσέχω..

Πρέπει στην ηλικία τους, τα περιττά κιλά τους

να φύγουν από πάνω τους, και το περπάτημά τους

στον δρόμο για την ζητιανιά, ποιο εύκολο να γίνει,

και στην αυτοκτονία τους, καλή και η ασπιρίνη…

Μη φτύνετε όλοι μαζί, πετσέτα πια δεν έχω..

Και αυτά τα ξεφωνήματα, άλλο δεν τα αντέχω..

Γιατί άμα εις την κεφαλή τα πάρω, δεν θα βρείτε

ούτε ευρώ στα ΑΤΜ να πάτε να θαφτείτε…

 

 

Μεσάνυχτα και κάτι

 

Τρίζουν τα χώματα της νύχτας

και ξεπετιούνται οι πεθαμένοι

Γυμνά σπαθιά μες τις κραυγές τους

ζητούν ξανά την λευτεριά μας

 

΄Ελληνα που είναι η φωνή σου

σε έχουν οι βάρβαροι νικήσει;

Έσβησε η φλόγα στην καρδιά σου

και η πίστη σου χαροπαλεύει;

 

Εσύ είσαι απόγονος εκείνων

Ή μήπως λάθεψε η σπορά τους;

Πως λιώνεις στην καταστροφή τους

δίχως αντίσταση στην σκέψη;

 

΄Εγινε το όνειρο εφιάλτης..

Πως θα το δεις αν δεν ξυπνήσεις;

Τούτο το φονικό πεσκέσι

στα όργανά τους να δωρίσεις..

 

΄Εγινε η αντίσταση κομμάτι

της πίτας τους που σε ταΐζουν

Και ούτε ξανά θα ξημερώσει

αν η ψυχή δεν το θελήσει!

 

Δώσαμε, δώσαμε

 

Δώσαμε και τα σώβρακα (τα δικά σας)

δια τους τοκογλύφους

(να μη μας πουν αχάριστους και πειναλέους

γύφτους)

Εσείς στην πείνα και άστεγοι

και εμείς στα υπουργεία

κοπιάστε στα αποφάγια μας,

να αρθεί η επαιτεία..

Χάντρες στο κομπολόι τους (Ε.Ε. ΔΝΤ)

είμαστε ανάθεμά μας

(να μη τα θέλουμε λοιπόν, μονά ζυγά δικά μας)

Προστάτες είναι και ζητούν των «γυναικών» εισπράξεις

(και του μικρού σου του παιδιού, κουλούρι μην του τάξεις..)

Εικόνα στον Γιωργάκη μας κάναμε εγκαινίων

εισαγωγέως «κρίσεως» και πρώτων μνημονίων

και εσείς νεκροί και ζωντανοί, περάστε προσκυνείστε

με όλη σας την προσοχή (διόλου μην αφαιρείστε..)

Η πείνα, η εξαθλίωση είναι δικό σας θέμα

(η θλίψη, η απόγνωση στου άνεργου το βλέμμα..)

Εμείς την υποχρέωση, είχαμε να εκλεγούμε

και δεν υποσχεθήκαμε ότι θα «αναστηθούμε..»

Καλού κακού μια δέηση εις την δραχμή να γίνει

τώρα που το ευρωνόμισμα την χώρα μας αφήνει,

όλα στην ώρα τους θα ρθουν, κανείς μην αμφιβάλλει

ότι και εμείς θα φύγουμε, με «όρθιο» το κεφάλι.

Το καταφύγιο της σιωπής

 

Δεν φταίει η κρίση που γυμνά

τα συναισθήματα αφήνει

φταίει ο κόσμος των ψυχών

που αγάπη ξέχασε να δίνει

 

Το λίγο απέχει απ’ το πολύ

και μένει πάντα χρεωμένο

και το σωστό μες τη σιωπή

κοιτάει τις λέξεις φοβισμένο.

 

Πάνω στο θρόνο μου εγώ

στο «σκήπτρο» μου συγκεντρωμένος

διώχνω τις σκέψεις τις κακές

και σου δηλώνω «κερδισμένος»

 

Αναπροσαρμογές..

 

Τα πουλημένα τα κορμιά πετσόκοψαν και πάλι

τις πενιχρές συντάξεις μας, μας πήραν το κεφάλι,

ίχνος δεν έχουνε ντροπής, και τσίπα ούτε στάλα

μονάχα για την πάρτη τους, μην χάσουν την κουτάλα.

Κουφάρια είναι τα σώματα, που στο χαμό μας πάνε.

Θέση δεν έχουν για ψυχή, άδεια τα κουβαλάνε..

 

Τούτη η αντάρα του μυαλού, άμα ξεκαθαρίσει

ετούτα τα τετράποδα, στον τοίχο θα τα στήσει,

και ούτε δραχμή για φέρετρα, κανείς θα δαπανήσει..

 

 

΄Εγερσις

 

Ξερά τα ξύλα που προσμένουν

μια σπίθα την φωτιά να ανάψει..

Μέσα στο μαύρο αυτής της χώρας

η φλόγα το άδικο να κάψει..

Χωρίς ψυχή, γυμνά κουφάρια

γυρνούν οι δήμιοι και σκοτώνουν,

και τους θανάτους τους δικούς τους

πάνω στις πλάτες μας φορτώνουν..

Χλωμές κραυγές μες τα κατώγια

από τα θύματα «πολέμου»

στέλνουν φιρμάνια για το τέλος

στους κυβερνήτες του ανέμου..

΄Ηρθε η ώρα μην ξεχνιέσαι!

Μουγκός θα μείνεις στη φωλιά σου;

΄Ελα στη μάχη μη δειλιάσεις..

Το ξέρεις, ήρθε η σειρά σου!

Πατρίδα

Αυτό το χώμα σου πατρίδα

σαν το πατώ πως με σηκώνει

ψηλά, να δω τον ουρανό σου

και την σκλαβιά μου λευτερώνει..

Τρίζουν τα κόκαλα προγόνων

Έρχονται να με ξεσηκώσουν

πριν οι φονιάδες της ελπίδος

μες τον γκρεμό τους με σκοτώσουν..

Χτίζω την μνήμη μη γκρεμίσει

και όλο το χθες μου εξατμίσει

βρήκα επιτέλους τη φωνή μου

που τους τυράννους θα τσακίσει..

Τα μάτια ανοίγω και κοιτάζω

Περνούν τα θύματα πολέμου

μέσα σε ρίγη ανατριχίλας

σηκώνουν θύελλες ανέμου..

Ακόμα ετούτος ο χειμώνας

στης κατοχής το βουλοκέρι

ευχή να είναι ο τελευταίος

κι ύστερα άνοιξης αγέρι..