Εκδήλωσες πονόλαιμο, φταρνίζεσαι συγχρόνως;
Στο στήθος σου εμφανίστηκε ενός ιού ο πόνος;
Αν τούτο δεν οφείλεται στων νέων τις ειδήσεις
πριν τιναχθούν τα πέταλα, κοίτα να μελετήσεις
την διαθήκη που ‘γραψες σε οικείους απογόνους
πριν μπεις σε απομόνωση και τους αφήσεις χρόνους..
Μνημόνια που δέχτηκες, σε άλλους, μην τα γράψεις
της εφορίας χρωστούμενα, εις την πυράν να καύσεις,
αν έχεις και στεγαστικό, δώστο στην τράπεζά σου
πριν ‘ρθει το προσκλητήριο του χάρου στην σειρά σου..
Αν στον ιό ανθεκτικός βρεθείς και επιζήσεις
τα λερωμένα τα’ άπλυτα στον ήλιο να τα αφήσεις
όσων σε σένα άφησαν μπουγάδα για να βάνεις
μα ο χρόνος σου δεν επαρκεί, και τρέχεις και δεν φτάνεις
Μια οικογένεια είμαστε .. Ελλάδα και Τουρκία..
μα τα δικά τους κρούσματα είναι στην αφωνία
σε αυτούς ακόμη και ο ιός, στα σκοτεινά δουλεύει
και ο θάνατος υπόγεια με τη ζωή παλεύει..
Κρατήσου σε απόσταση… από τον διπλανό σου
που μέχρι χθες ονόμαζες, φίλο και αγαπητό σου,
Με beta dine το στόμα σου να πλύνεις σαν φιλήσεις
«δικούς» σου ξένους, προσφιλείς, αν θες να επιζήσεις..

Που ναι το παντελόνι μου, το σώβρακο η φανέλα;
στα δέντρα παταχτήκανε και με έχει πιάσει τρέλα
η μήπως για προσάναμμα για την φωτιά τα πάνε;
Γυαλίσανε τα μάτια τους και θέλουν να με φάνε..

Δεν έχω ΜΑΤ αξαναδει τέτοια οργή και μένος,
φταίω νομίζετε εγώ; η άλλος πουλημένος
που έδωσε διαταγή όλους να τους βαράμε,
γιατί αλλιώς στα σπίτια μας εν μια νυκτί θα πάμε.

Πέφτουν τα σκάγια σαν βροχή από τις καραμπίνες
και πιάσανε τα πόδια μας του τοκετού οδύνες,
έπεσε απ’ τα χημικά και ένας παπάς ακόμα
γιατί όποιος αντιστέκεται θα το νε φάει το χώμα

Φταίω εγώ που με έστειλε ο Αλέκσης Μητσοτάκης;
Τραγουδιστής να ήμουνα (κάποιος π.χ. Ο Δάκης)
θα με έραιναν με λούλουδα και ελιές απ’ τις κομμένες,
για να βρω θέση, φίλησα, ποδιές κατουρημένες

Στο βάθρο τώρα μ έχουνε και με χειροκροτάνε
κανα “γουρούνι” που και που, ενδιάμεσα, πετάνε
και όλα βαίνουν ένδοξα, γράφεται ιστορία
στης Μυτιλήνης – Λέσβου, το νησί, είναι κοσμογονία!

Λουλούδι μου

Στον τρυφερό σου μίσχο, ο αγέρας ημερεύει
και τα μικρά χεράκια σου σαν με κρατούν
την ζεστασιά του ήλιου συγκεντρώνουν
Παιδί του ουρανού και της αγάπης
μαζί σου χαμηλώνουνε τα αστέρια
και τα αγγίζω
Κοντά σου η ψυχή μου γαληνεύει
σαν προσευχή που εισακούστηκε
σαν ένα δάκρυ που έσταξε
απ’ τα μάτια του θεού

΄Οσα αδύνατα, στην βάσανο του νου, φαντάζουν
με της καρδιάς την θαλπωρή
όνειρα γίνονται
που ζωντανεύουν

Μην πεις
δεν το μπορώ
και δεν θα γίνει
Να πεις το θέλω
και γι αυτό θα αγωνιστώ

Αν ΜΑΤ-α-δείς ψήφο, να μην με λένε ΜΑΤ-ίνα

΄Αντε στο Διαβολόρεμα, να πάτε διμοιρίες
με μάσκες κράνη κι άρματα, σεβάσμιες κυρίες
τα χημικά να ρίξετε σε όσους διαδηλώνουν
ενάντια στους εισβολείς, στην χώρα που ριζώνουν..

΄Εγινε η μετάβαση από ΄Αννα σε Καϊάφα
Απ’ την αρχή το κέντημα, η εκλογή τους γκάφα
Η ίδια η παράνοια να περιμένεις λύσεις
με τις μεθόδους τις γνωστές, φύσης και παραφύσης

Μην περιμένεις άδικα, να ρθει η άγια λύση
τα άγρια θηρία τα ζωντανά, θα σ’ έχουνε ξεσκίσει
έχουν την πίτα ολόκληρη, έχουν και το μαχαίρι
και εσύ ξανά να ομολογείς «να μου κοπεί το χέρι»..

Ντυμένος Κορωνοϊός θα βγω για να γιορτάσω
κατά του φονικού ιού, να σας εμβολιάσω,
(να διασπείρω πανικό, τον χάρο να χλευάσω)

Στο πρόσωπό μου θα φορώ μάσκα αποστειρωμένη
αφού προτέρως φταρνιστώ, ο Αλέκσης περιμένει..

Μύτη με μύτη θα δοθεί της νόσου αυτή η μάχη
πέρα απ’ το μασκάρεμα, όποιο και τέλος να χει

Ιός εργαστηριακός, να είναι, η να μην είναι
ή, το κινέζικο μενού, (σκυλιά, ακρίδες, δίνε..)
τους τιμωράει η «δίκη» τους, όπως και η δική σας
της ψήφου σας η επιλογή, η εμπροσθοφυλακή σας..

Δεύτερο άρμα, υστερεί, του «αριστερού» η φύση
(αφήστε την φύση ήσυχη και πιάστε το .. «χασίσι»..

΄Ιντα τα ήθελα εγώ, πρωθυπουργός να γίνω
Τον ΄Αλεκς παραμάσχαλα να έχω και να πίνω

Πόσα φαρμάκια έχω πιεί, με αυτά τα αγγλικά του
που τα προφέρει άψογα, σαν ρέει η προφορά του

Το κοντοβράκι σας εσείς φορέστε και γιορτάστε
την Συμφωνία (των Πρεσπών) άκυρη να θυμάστε..

Γλυκό μου αγόρι
του νου μου η πλώρη
μπροστά ταξιδεύει
για σένα τραβά

Μικρέ άγγελέ μου
της μοίρας σταθμέ μου
με σένα η ζωή μου
γεννιέται ξανά

Λες κι ήταν να ζήσω
για να σ’ αντικρύσω
βοήθα τον Θεέ μου
να είναι καλά

Χιόνια στις άκρες των ματιών, πάνω στα βλέφαρά σου
που αλλοιώνουν διακριτά την ορατότητά σου
βλέπεις σαν άσπρα τα μουντά, σαν φωτεινά τα μαύρα
και το συναίσθημα φωτιά, φωτιά καυτή και λάβρα

΄Ετσι σε έμαθε η ζωή για αγάπη να κοπιάζεις
και πριν προλάβεις να χαρείς, την μοναξιά να ανάβεις
γυμνή ζωή που διάλεξες με ρούχα να την ντύσεις
το κρύο πως θα χειριστείς, τους ξένους πως θα σβήσεις;

Εκείνους που για μαγικό ραβδί, την λήθη τους κρατάνε
και ποιο το θέλω σου ποτέ, να μάθουν δεν ρωτάνε
περπάτημα μοναχικό, πονούν τα κόκαλά σου
άγιος ο προσκυνητής, που θα βρεθεί κοντά σου

΄Ανθρωποι ομοούσιοι, με ελαστικές «τιράντες»
για να κρατάνε, τάχα μου, της ανθρωπιάς γιρλάντες

Ένα χαμόγελο ζεστό στα παιδικά τα χείλη
φέρνει γαλήνη στην ψυχή το φως μέσα στο δείλι
αυτός ο ήλιος που έδυσε, αύριο θα ανατείλει
πιο φωτεινός και λαμπερός, στα παγωμένα χείλη

Μέσα στα μάτια σου παιδί, νοιώθω το κάλεσμά σου
να λέει να τρέξω γρήγορα για να βρεθώ κοντά σου
να αγγίξω τα χεράκια σου που δίνουν ευλογία
στις κουρασμένες μου στιγμές να ‘γιάνουν με την μία

Ελπίδα εγώ σε βάφτισα, του κόσμου που γερνάει
που ότι καλό του πρόσφεραν, άχρηστο το πετάει
Εσύ μικρέ μου άγγελε, ξέρεις πως αγαπάνε
κι όλες οι πίκρες σαν σε δω, αμέσως μου περνάνε!

Ένα κουρεμένο κεφαλάκι
μου ‘γνεψε και του ‘στειλα φιλάκι
πόσο η απόσταση μικραίνει
όταν η λαχτάρα την ζεσταίνει

Δυο γλυκά παμπόνηρα ματάκια
σ’ ουρανό που βρέχει αστεράκια
δως μου θεέ μου χρόνο να μετράω
κι άλλη μια ζωή για ν’ αγαπάω