Φύσηξε αέρας κουρνιαχτός
απ’ τις καταγγελίες
σηκώθηκε και κάλυψε
τις σεβαστές «κυρίες»
που προσπαθούν επίμονα
να σώσουν την τιμή τους
τις τρύπες να μπαλώσουνε
απ’ την υπόληψή τους

Ο κόσμος το χει τούμπανο
και αυτοί κρυφό καμάρι
πως κρύβεται μαύρη ψυχή
μέσα σε ένα τομάρι
μα γίνονται ξεκάθαρα
μάτια που το δηλώνουν
πως φαίνεται η αλήθεια τους
όταν τους την σπιλώνουν

δεν προκαλεί την έκπληξη
ούτε την θυμηδία
σαν αλαλάζουν πρόβατα
που δάγκωσαν θηρία
κι όμως ανάξιοι σεβασμού
είναι και εκεί θα μείνουν
το θλιβερό το σάλιο τους
να ξεροκαταπίνουν

Σαθρά θεμέλια
σκάω απ’ τα γέλια
την τόση την αφέλεια
σαν θυμάμαι

μπροστά δεν έβλεπα
και όμως προέβλεπα
μαζί μέχρι το τέλος
πως θα πάμε

εγώ και η πλάνη μου
τρίτο στεφάνι μου
πιστός δεν μένεις
μοναχός μες στην αγάπη
πολλοί σε πλάνεψαν
που σε ζωντάνεψαν
σου δώσαν φεύγοντας
να πιεις χρυσό το χάπι

στα δυο με χώριζα
κι ότι σε όριζα
καθώς μου κράταγες
το χέρι είχα πιστέψει

φτωχή μιζέρια μου
άδεια τα χέρια μου
ότι έχει φύγει
δεν μπορεί να επιστρέψει

Κύλησε ο χρόνος απ’ τα χέρια μου
και δεν μπορεί να σταματήσει
σαν παραμύθι που το έκλεισα
γιατί έχει ο ύπνος ξεκινήσει

όνειρα θα ‘ρθουνε στα μάτια μου]
που δεν μπορώ να σταματήσω
άραγε πως περνάς τα βράδια σου
αμίλητη θα σε ρωτήσω

ένα τσιγάρο δρόμος που έχασα
σβήνει στα χείλη όλο πίκρα
κι ένα τασάκι με μισόλογα
πετάει ξερή μια καληνύχτα

φρένο στον χρόνο τρόπο να έβρισκα
τους λεπτοδείχτες να φρενάρω
εδώ είμαι εγώ
εδώ και η λεία σου
και την προσφέρω στον κουρσάρο

Αγάπη θα σου μάθω τι θα πει
εσένα που πολύ μ’ έχεις πονέσει
δύναμη θα σου στέλνω με την σκέψη μου
θα είμαι πλάϊ σου, σ’ αρέσει δεν σ’ αρέσει

΄Ετσι είμαι εγώ, έτσι γεννήθηκα
με μια ψυχή προορισμένη να ναι δύο
και δεν πειράζει που όπως πάντα δοκιμάζομαι
να μένω μόνη δίχως λέξη ούτε αντίο

Αγάπη κι αν δεν μάθεις τι θα πει
της ιστορίας μας τα χρόνια να θυμάσαι
όλα τα πάλεψα και έμαθα καλά
ότι αγαπάς θα πρέπει μόνο να φοβάσαι..

Τι τα κρατάς τα σ’αγαπώ
πες τα να με ζεστάνουν
περνούν τα τραίνα της χαράς
μα στο σταθμό δεν φτάνουν

Είναι χειμώνας μάτια μου
η ερημιά παγώνει
μέσα στο γκρίζο του ουρανού
μια θλίψη με σκοτώνει

σβησμένα τα άστρα του ουρανού
βάλε φωτιά να ανάψουν
να σου θυμίσουν τα παλιά
και από χαρά να κλάψουν

Ρίξε σύριγγα φαρμάκι
για να εμβολιαστώ
τα ραδίκια ξαπλωμένος
και ανάποδα να δω

Φωνάξτε την ομήγυρη
να με καταμετρήσουν
τα κροκοδείλια δάκρυα
τα μμε να χύσουν

Θα ‘φευγα που θα έφευγα
μια μέρα από την ζήση
μα από Κινέζου «φαγητό»
ο κύκλος μου θα κλείσει

Πεθαίνω από σένα
κακέ σχιστομάτη
και στου ψεκασμένου
θα έμπω το μάτι

Θα ξεχρεώσω τα γραμμάτια
αντί για σένα μην φοβάσαι
και θα πληρώσω και τους τόκους τους
μάγκα μου για να με θυμάσαι

Στο χάρισμά σου υποκλίνομαι
πουλάς αγάπη παίρνεις νοίκια
στο δια ταύτα καταλήγουμε
έχεις του κόσμου όλα τα δίκια

άλλος δεν φταίει που δεν έβλεπα
τα μάτια ήτανε κλεισμένα
το λογικό και το αυτονόητο
είχαν χαθεί μαζί με μένα

Είναι στιγμές που ξεχειλίζω
απ’ την αγάπη μου για σένα
όταν «γιαγιά τα» με φωνάζεις
τα σ’ αγαπώ είναι για σένα

Τόση λαχτάρα πως χωράει
σε λέξεις να την τραγουδήσω
τον πλάστη που σε έχει φέρει
σαν γονατίζω να υμνήσω

Εσύ μικρό μου το γνωρίζεις
η λέξη αγάπη τι σημαίνει
πόση σκορπίζει ευτυχία
όταν τα πέπλα της υφαίνει

Πιστός θα γίνω μαθητής της
που την αλήθεια της δοξάζει
και ένα γιατί θα την ρωτήσω
όταν σκληρά με δοκιμάζει

Μείναν δικά μου κάποια χρόνια μας
όταν για μένανε πονούσες
μα εγώ εκείνα μόνο κράτησα
που μου ‘λεγες πως μ αγαπούσες

Μέσα στις όμορφες στιγμές
εκεί θα καταφύγω
θα διώξω ότι δεν τόλμησες
σαν μου πες πως θα φύγω

Περνούν τα χρόνια σαν λυγμοί
που έχουνε ξεσπάσει
και μέσα στην γαλήνη τους
ο λυτρωμός θα φτάσει

Μας χτύπησαν αλύπητα
τα τόσα μας τα λάθη
όμως και ξέπνεη η ψυχή
θα νοσταλγεί τα πάθη

Μέσα στις όμορφες στιγμές
εκεί θα καταφύγω
θα διώξω ότι δεν τόλμησες
σαν μου πες πως θα φύγω