Απόψε βρήκε το φεγγάρι
το σύννεφο για να κρυφτεί
φώτισε όλα τα σκοτάδια
μα δεν μπορούσε να σε βρει

Δεν φταις εσύ είπα φεγγάρι
που χει η αγάπη μου χαθεί
πες μου μονάχα στην ζωή σου
τέτοια ψευτιά αν έχεις δει

Εκείνο δάκρυσε μαζί μου
και μου ‘πε ξέχνα, είναι καιρός
πολύς ο χρόνος κι είναι κρίμα
να ‘σαι τα βράδια μοναχός

Απόψε βρήκε το φεγγάρι
ένα κορμί χωρίς ψυχή
που του ζητούσε μία χάρη
ξανά για αγάπη να μην πει

Στου κασίδη το κεφάλι
πειραματισμοί μεγάλοι
σύριγγες ,φακοί, οθόνες
ασθενείς στις πολυθρόνες
που χαμογελούν με χάρη
σαν ξαπλώνουν στο «ριχτάρι»
μια ζάλη άνευ αιτίας
προϊόν ωορρηξίας
ή τσιμπήματος αιτίας;
Προτείνω πριν το τσίμπημα
να πας φωτογραφείο
την πρότερη σου την μορφή
να έχεις σε αρχείο
για να μπορείς την σύγκριση
εύκολα να την κάνεις
μες το γυαλί σαν κοιταχτείς
και θέλεις να πεθάνεις.
Δεν είμαι εγώ αυτός εδώ
που βλέπω στον καθρέφτη
και φεύγεις τρέχοντας μετά
λες και σου βάλαν νέφτι

Γέμισε η σκέψη με πνιγμένες λέξεις
που χαθήκανε
σαν οφειλές λησμονημένες
μες το παρελθόν
Ο χρόνος είναι μοιρολάτρης
΄Ισως βρεθούμε μες της Κυριακής τα χρώματα
για να μου πεις εκείνο που δεν πρόλαβες
Πως ξεχωρίζουν τα έρημα πουλιά
από τα ταιριασμένα;
Πως να πετούν αυτά που χουν
σπασμένα τα φτερά;

Στάχτη

Αν θες να γίνεις άνθρωπος
απόδειξη θα δώσεις
την κουρασμένη σου ψυχή
προτού την παραδόσεις

Μιλούν καμένα θύματα
μιλούν καμένα μάτια
έγινε η Ελλάδα μας
κατάμαυρα κομμάτια

Δεν γαληνεύει τίποτα
αυτούς που χουν τελέψει
χιλιο καμένοι απ’ τις φωτιές
χωρίς να έχουν φταίξει

Ποιος θα πληρώσει άραγε
ποιος έχει την ευθύνη;
απ την καμένη μνήμη μας
έχει κομμάτι μείνει;

σαν τις λευκές περιστερές
οι «ακριβοπληρωμένοι»
κι από την «καταδίκη» τους
ουρά βρεγμένη μένει..

Δεν θέλω τις ειδήσεις σας
πηγαίντε να χαθείτε
άλλον πλανήτη βολικό
κάπου αλλού να βρείτε

να δέχεται κατακραυγές
και ακέραια την ευθύνη
όσων την βγάλαν καθαρή
απ’ την «δικαιοσύνη»

πάρτε «εκείνους» μακριά
που δήθεν μας πονάνε
τα κροκοδείλια δάκρυα
στα μάτια τους γελάνε

έλεος πια δεν το τολμώ
το να καταμετρήσω
πόση οδύνη της φωτιάς
στο παρελθόν θα αθροίσω

Δείτε ακόμη τριγυρνούν
στα καπνισμένα σπίτια
οι στοιχειωμένες τους ψυχές
του θρήνου κυπαρίσσια

προσμένοντας καρτερικά
πότε θα λειτουργήσει
δικαιοσύνης τσεκουριά
για να τους τεμαχίσει..

Έχουν αλλάξει οι συνήθειες και οι σχέσεις
πρέπει ελεύθερος να νοιώθω σε ότι ζω
αν έχεις όμως άλλη γνώμη να προσθέσεις
πες την σαν άποψη και εγώ θα την σκεφτώ

Μην δένεις κόμπο πως εμείς μαζί για πάντα
θα περπατήσουμε το δρόμο της ζωής
ο χαρακτήρας σου μοντέλο του σαράντα
και μου θυμίζει νόμισμα παλιάς κοπής

Άσε το γκάζι, η νεκρά θα το κυλίσει
και σε βιτρίνα βάλε μέσα την καρδιά
κάνε το σώμα με αισθήσεις να μιλήσει
φεύγουν τα πρώτα θριαμβεύουν τα στερνά

Από Γαλάζια έγινα καφέ από τον φόβο
κι όσο φυσάει δεν θα βγω
και για κανένα λόγο

΄Οσο μέσα στην θάλασσα έχει κακοκαιρία
μες τις φαρδιές τις βράκες μας
θα έχει δυσοσμία

΄Ερευνες υδρογραφικές έχω σκοπό να κάνω
κι όλα τα ακούω βερεσέ
μέχρι να σας κουφάνω

Παρενοχλήσεις δέχομαι, πέτσινες, δερματίνη
την ζώνη της αγνότητος
φορώ ότι κι αν γίνει

Κι όταν θα φτιάξει ο καιρός πάλι θα ξεσκαρίσω
στην θάλασσα με τα νησιά
να βγω να κατουρήσω..

Αφεριμ

Σαν πεταλούδα μες το φως
που μπαίνει απ το σκοτάδι
νόμιζα βρήκα μια ψυχή
ένα Σαββάτο βράδυ

Είπαμε λόγια μυστικά
να λύσουμε τον γρίφο
που κρύβεται στον έρωτα
και στης σιωπής τον ήχο

Το χει η καρδιά ελάττωμα
τους όρκους να πιστεύει
και να ζητάει ζεστασιά
στο χέρι που χαϊδεύει

Ποιος συγχωρεί τα λάθη του
αν δεν τα ομολογήσει;
Σημάδια γίνονται βαθιά
που ο χρόνος δεν θα σβήσει

Καθώς κοιτάζω μέσα μου
η αλήθεια μου κρατιέται
απ την δική μου δύναμη
κι όλο ξαναγεννιέται

Μάνα μήπως δεν έφυγες
και βρίσκεσαι μαζί μου
πάλι να αρχίσω απ’ την αρχή
την εύθραυστη ζωή μου;

μήπως κινείς τα νήματα
κι εγώ είμαι αφημένη
στην πρόνοια της θέλησης
ο δρόμος σου που υφαίνει;

πότε θα φτάσει η στιγμή
για να ξαναβρεθούμε
και της αγάπης τις στιγμές
πάλι να θυμηθούμε;

εσύ είσαι το σύμβολο
εσύ η νηνεμία
που ‘ρχεται μες τα όνειρα
αέρινη οπτασία

σαν σε θυμάμαι σκέφτομαι
τι τάχα σου χρωστάω
δικό σου είναι το χάρισμα
που ‘μαθα να αγαπάω

μ’ έμαθες μάνα να αγαπώ
με χίλιους δύο τρόπους
κι αν έφυγες για να βρεθείς
μέσα σε άλλους τόπους

η ευχή σου μένει πάντα εδώ
για να με προστατεύει
να νοιώθω πάντα ζεστασιά
σαν η ψυχή γυρεύει

ότι κι αν πω είναι μικρό
μπροστά στην συνδρομή σου
να δίνεις έτσι απλόχερα
μέχρι και την ψυχή σου

μέσα στις δυο φτερούγες σου
που μένουν ανοιγμένες
τις σκέψεις μου να οδηγάς
για το καλό φτιαγμένες

ζητώ μονάχα να μου πεις
πως μπόρεσες να μένεις
κοντά μου και να με οδηγείς
και όλο να υπομένεις

τα λάθη που συγχώρεσες
λες κι ήσουν ο θεός μου
προσμένοντας να δω ξανά
να ξαναβρώ το φως μου..

Το φίμωτρό μου φόρεσα, ατμόσφαιρα θα κάνω
θέλω να είμαι έτοιμη αν ατυχώς πεθάνω
Όμως πριν φύγω μόνη μου και αποστειρωμένη
ζητώ την παρουσία σου την ολοκληρωμένη
Βαρέθηκα τους φόβους τους, τα σκηνικά του τρόμου
παίρνω την φαντασία μου, τους πόθους μου επ’ ώμου
σκορπίζω τριαντάφυλλα που θέλω να σου στείλω
και ερωτικά μηνύματα που δεν θα καταστείλω
Κόκκινες οι αισθήσεις μου, όπως οι παπαρούνες
και ψάχνουν σπόρους για να βρουν, αρχέγονες
κουρούνες
γίνομαι άγγελος της γης, και όλα τα κρίματα μου
διαγραφή επιζητούν για να βρεθείς κοντά μου..
Πήρε στροφή ανάποδη η ζωή μας και θυμίζει
ανέκδοτο που ειπώθηκε μα γέλιο δεν χαρίζει
Τις κλειδωμένες προσμονές ποιος θα τις ξεκλειδώσει
που χέρια δεν αγγίζονται και είμαι στην πρώτη δόση;
Γίνομαι όμηρος εγώ, εσύ ο απαγωγέας
ευχόμενη διακαώς να μην είσαι φορέας..

Νόμους για μας ψηφίσανε για να μας προστατεύσουν
μην έρθουν τα χειρότερα (κίνδυνος θα μας γνεύσουν)
και σαν φυγάδες τρέχοντας, δρόμο θα πάρουμε όλοι
(μες το γυαλί θα μπαίνουμε, κάθε γιορτή και σχόλη)..

Νομίζω μας σιχάθηκε και η κουτσή Μαρία
που ακούει τις ειδήσεις μας μες την τηλεργασία
μόλις δηλώσεις κάναμε, έκαναν τον σταυρό τους
και οι αδελφοί δεν πήγαιναν ούτε στον αδελφό τους.

Σαν το μαντείο των Δελφών, χρησμούς να φαν και οι κότες
συντρίψαμε τους αρνητές, λιώσαμε συνωμότες
μόλις νοσήσουνε θα δουν η νόσος ότι άρχει
στην ΜΕΘ θα κάνουν κράτηση έτσι για να υπάρχει

Καλού κακού το εμβόλιο, το κάρο μες τη λάσπη
κι από το φόβο του ιού είναι η φάτσα άσπρη
δυο δυο οι μάσκες περπατούν, διπλές όπως οι Χιώτες
μες το κακό το χάλι μας, της συμφοράς οι νότες

Είναι η πραγματικότητα , σενάριο που πουλάει
(πως ζεις και πως πληρώνεσαι, το αύριο που πάει;)
(Τι συμφωνούν τι δίνουνε, είναι σε πλάνο βήτα..)
ενώ η παιδεία σέρνεται και μαγειρεύει βλήτα