Θα ‘ρθει το κύμα
να με ρωτήσει
πως περνάω
τώρα που στάχτη
σκορπίζει ο ήλιος
που κοιτάω

Σώπασαν όλα
μόνο η φλόγα
στα καμένα
σκόρπιες οι μνήμες
για αγάπες που ναι
στα χαμένα

Που να κοιτάξεις
έχει ο ήλιος
σκοτεινιάσει
και το πουλάκι
δεν βρίσκει δέντρο
να πετάξει

Θέλω να κλάψω
όμως τα μάτια μου
τα αρνούνται
φύση πεθαίνεις
μόνο τα ζώα σε
θυμούνται

Κόκκινος ουρανός
κόκκινη θάλασσα
μια μαύρη πέτρα η ψυχή μου
Μυρίζει αίμα
Μυρίζει κόλαση
Εσύ που είσαι;
Εγώ επέζησα
Κι ας μην το ρώτησες
Κινώ τα βήματα
Ένα κορμί χωρίς ανάγκη
Θέλω να ζήσω;
Η πέθανα το μαύρο βράδυ
της σφαγής;
Που θα κοιμίσει η φύση
τα ξερόλιθα;
Που πήγαν οι ψυχές
της νύχτας;
Καλπάζει μες τις φλέβες μου
ένα άλογο
αυτό που ψάχνει να σωθεί…
αυτό που χάθηκε στις φλόγες…
Ζωή καμένη
δύναμη που θα βρεις
ξανά λουλούδι να φυτρώσεις;

Δεν είναι όσα αρνήθηκες
λες και δεν τα ‘χες ζήσει
είναι που δεν ξεχώρισες
την ζάλη απ το μεθύσι

Έγινες άσπλαχνος εχθρός
εγώ που όλα για σένα
τα σκόρπιζα απλόχερα
και σ’ είχα μόνο ένα

Δεν τις φοβάμαι τις πληγές
ξέρω να τις γιατρεύω
είναι που ύστερα απ αυτό
κανέναν δεν πιστεύω

Μίλα ελεύθερα
σε 5 δεύτερα
θα χει η αγάπη μας
σαν σήριαλ τελειώσει
μόνο ένα ερώτημα
το χειροκρότημα
πότε θα πέσει
ένα δάκρυ να στεγνώσει

Η αλήθεια σφάζεται
που σε χρειάζεται
ενώ το νόμιζε
πως σε είχε ζαχαρώσει
να φύγεις βιάζεσαι
κι ούτε που νοιάζεσαι
που το δικό σου χέρι
με έχει αδίστακτα σκοτώσει

Σβηστά τα αστέρια μας
μες στα μαχαίρια μας
ποιος το κουβάρι
της κλωστής μας θα ξεμπλέξει
κομμένα σύρματα
αχ και να γύρναγα
να μην ακούσω
πως και οι δυο έχουμε φταίξει

Σαν βλέπω αυτό το μάγουλο μέσα στην φρεσκαδούρα
έξω το μέσα μου έρχεται και παίρνω την μαγκούρα..
Σαφρακιασμένος στην ψυχή, ίδιος ο εωσφόρος,
που απ’ τις πολλές τις πτήσεις του.. έγινε αεροπόρος..
Τέτοια δημιουργήματα μέσα στην κολυμπήθρα
τα πνίγουνε, πριν να ζητούν της εξουσίας τα σκήπτρα,
Τώρα αυτός πως ξέφυγε; ΄Ηταν προστατευμένος
στις πλάτες μας να αναπαυθεί, και μοσχαναθρεμμένος..

Ο γάμος έγινε λυτά, ιεροτελεστία
ώσπου η μοίρα το ‘φερε να ‘ρθει η πανδημία
Δεν πλησιάζεις τώρα πια το νυφικό κρεβάτι
ξεχνάς την υποχρέωση, κρατάς μόνο γινάτι
ενώ εγώ τσιμπήθηκα για να σε προφυλάξω
να είμαστε αυτοκόλλητοι, την μάσκα να πετάξω..

Μου λες ότι δεν πρόκειται δίπλα μου να ξαπλώσεις
στις πονηρές ορέξεις μου εύκολα να ενδώσεις
και από την στεναχώρια μου έχασα τα μαλλιά μου
ενώ σε λήθαργο βαθύ έπεσαν τα όργανά μου
Δεν κρύβεται η ανάγκη μου δυο χρόνια υποφέρω
να προσπαθώ διακαώς στην κλίνη να σε φέρω

Ποιος δράστης να σε ψέκασε και δεν με πλησιάζεις
μόλις κάνω μια κίνηση, αρχίζεις να φωνάζεις
έγινα μες τα μάτια σου του εαυτού μου κλώνος
εσύ κοιμάσαι μοναχή και υποφέρω μόνος
Μίσος ασίγαστο κρατώ για τα πειράματά τους
που να σχιστούν τα μάτια τους και να κοπεί η μιλιά τους

Το κομποσκοίνι έπιασα και μοναχός θα γίνω
αφού δεν βρίσκω φάρμακο για τον ιό να πίνω
δέχομαι «extra» παροχές, θερμές ευχαριστίες,
που μπήκα στα πειράματα, χωρίς ταλαιπωρίες
ενώ εσύ αντίρρηση έχεις και μουλαρώνεις
και ότι σε βρει μελλοντικά, μόνος σου, μου δηλώνεις..

εσύ όλη μέρα το γουδί, εγώ το γουδοχέρι
προς το παρόν νυχθημερόν κουράζω το ένα χέρι
βλέποντας μόνο ηδονικά τα μέτρα στην TV τους
η προπαγάνδα να ανθεί, κι εγώ στην δούλεψή τους
κι αφού προθύμως να ‘ρχεσαι για μήνες δεν το βλέπω
σου πιπιλίζω το μυαλό, θα χάσεις τον Αλέκο..

που ζει μονίμως ασκητής και σε παρακαλάει
και μόνο το αυτονόητο που πρέπει σου ζητάει
είναι τις νύχτες νευρικός κι όλο ξεσπά η οργή του
ελέω κορωνοϊού χαράμι το βρακί του..

Ποιος απ το λούκι θα μας βγάλει ;
όποιος την, έχει ποιο μεγάλη
την άκρη κι έχει επιτυχίες
σε λαμογιές, ραδιουργίες
Όποιος γνωστό σε δίκη βάζει
τις μετοχές του ανεβάζει
μάρτυρες φέρνει πληρωμένους
χιλιο δαφνο στεφανωμένους
Τα 5 δάκτυλα ανοιγμένα
να στρέφονται προς τον κανένα

Ω θαυμαστή μου γη και πλάση
διαφθορά έχεις χορτάσει
όσο σκαλίζεις θα βρωμάει
εκεί που ο ψεύτης θα μιλάει

Την δε ταυτότητα ανθρώπου
εδώ την σχίζω επιτόπου
τίτλος τιμής όταν θα γίνει
τίποτα σκάρτο δεν θα μείνει.

Έχω φορέσει φίμωτρο, είπανε πως δαγκώνω
ακόμη κι όταν οδηγώ μόνος μου το δηλώνω

Πολλοί με βλέπουν και γελούν μα που να καταλάβουν,
πως αν με βρουν αμολυτό θα τρέχουν να προλάβουν

Φοβάμαι μην παρεκτραπώ και μένανε δαγκώσω ,
ευρώ περισσευούμενο δεν θα χω να πληρώσω

Αγάπη σαν και την δική μας
λευκό λουλούδι μες το βράχο
που ολημερίς το κύμα σπάει
και ζει με αλμύρα και δροσιά
Ο ήλιος μόνο το ζεσταίνει
χέρι κανένα δεν το αγγίζει
την νύχτα τα άστρα το χαϊδεύουν
που χει τα άνθη του κλειστά

μην το πεις πουθενά
πως υπάρχεις για μένα
θα ζηλέψει η σκέψη
όσων ζουν μοναχοί
ευτυχία το ξέρεις
είναι δύσκολη λέξη
σε έναν ψεύτικο κόσμο
είμαστε τυχεροί

Προσφάτως αναβαθμισθείς έγινες εξουσία
ξεχνώντας τελεσίδικα την πρότερη ιστορία
τότε που οι κοινοί θνητοί συνέτρωγαν μαζί σου
και δεύτερης διαλογής ήτανε η ζωή σου

Πως βρώμαγε το χνώτο σου τώρα έχεις ξεχάσει
συχνάζεις με «πολιτικούς» και είσαι σε μαύρη δράση
βάζεις να ξεσκονίζουνε γαλόνια και επωμίδες
στήνοντας σε όσους αφελείς επώδυνες παγίδες

Και ζώντας κυκλοθυμικά, ξεχνάς ποια η αλήθεια
γιατί μπερδεύεσαι και εσύ μέσα στα παραμύθια
νομίζεις πως η τσέπη σου μπορεί να αγοράσει
ότι αγαθόν θελούμενον και να το υποτάξει

Ευγένειες και αισθήματα δεν ξέρεις τι σημαίνουν
είναι τα φλούδια που οι κοινοί, τα βράζουν
και χορταίνουν,
κι αν έχεις πλάσει όνειρα και νοιώθεις επαρμένος
σου λέω πως πολύ βαθιά βρίσκεσαι νυχτωμένος

Ξυπόλητος γεννήθηκες και έτσι θα πεθάνεις
για αυτό μια διαπίστωση νωρίς πρέπει να κάνεις
ότι δεν είσαι άξιος να νοιώσεις ευτυχία
γιατί το πνεύμα και η καρδιά είναι σε δυσοσμία

Χρόνο πολύ σπατάλησα να σε χαρακτηρίσω
Έξω η ζωή μ’ αναζητά και εγώ θέλω να ζήσω

Γύρνα λοιπόν στην τρύπα σου
και κούνα το κεφάλι
όταν εσύ ξεκίναγες
γυρνούσανε οι άλλοι