Στάχτη

Αν θες να γίνεις άνθρωπος
απόδειξη θα δώσεις
την κουρασμένη σου ψυχή
προτού την παραδόσεις

Μιλούν καμένα θύματα
μιλούν καμένα μάτια
έγινε η Ελλάδα μας
κατάμαυρα κομμάτια

Δεν γαληνεύει τίποτα
αυτούς που χουν τελέψει
χιλιο καμένοι απ’ τις φωτιές
χωρίς να έχουν φταίξει

Ποιος θα πληρώσει άραγε
ποιος έχει την ευθύνη;
απ την καμένη μνήμη μας
έχει κομμάτι μείνει;

σαν τις λευκές περιστερές
οι «ακριβοπληρωμένοι»
κι από την «καταδίκη» τους
ουρά βρεγμένη μένει..

Δεν θέλω τις ειδήσεις σας
πηγαίντε να χαθείτε
άλλον πλανήτη βολικό
κάπου αλλού να βρείτε

να δέχεται κατακραυγές
και ακέραια την ευθύνη
όσων την βγάλαν καθαρή
απ’ την «δικαιοσύνη»

πάρτε «εκείνους» μακριά
που δήθεν μας πονάνε
τα κροκοδείλια δάκρυα
στα μάτια τους γελάνε

έλεος πια δεν το τολμώ
το να καταμετρήσω
πόση οδύνη της φωτιάς
στο παρελθόν θα αθροίσω

Δείτε ακόμη τριγυρνούν
στα καπνισμένα σπίτια
οι στοιχειωμένες τους ψυχές
του θρήνου κυπαρίσσια

προσμένοντας καρτερικά
πότε θα λειτουργήσει
δικαιοσύνης τσεκουριά
για να τους τεμαχίσει..

Έχουν αλλάξει οι συνήθειες και οι σχέσεις
πρέπει ελεύθερος να νοιώθω σε ότι ζω
αν έχεις όμως άλλη γνώμη να προσθέσεις
πες την σαν άποψη και εγώ θα την σκεφτώ

Μην δένεις κόμπο πως εμείς μαζί για πάντα
θα περπατήσουμε το δρόμο της ζωής
ο χαρακτήρας σου μοντέλο του σαράντα
και μου θυμίζει νόμισμα παλιάς κοπής

Άσε το γκάζι, η νεκρά θα το κυλίσει
και σε βιτρίνα βάλε μέσα την καρδιά
κάνε το σώμα με αισθήσεις να μιλήσει
φεύγουν τα πρώτα θριαμβεύουν τα στερνά

Από Γαλάζια έγινα καφέ από τον φόβο
κι όσο φυσάει δεν θα βγω
και για κανένα λόγο

΄Οσο μέσα στην θάλασσα έχει κακοκαιρία
μες τις φαρδιές τις βράκες μας
θα έχει δυσοσμία

΄Ερευνες υδρογραφικές έχω σκοπό να κάνω
κι όλα τα ακούω βερεσέ
μέχρι να σας κουφάνω

Παρενοχλήσεις δέχομαι, πέτσινες, δερματίνη
την ζώνη της αγνότητος
φορώ ότι κι αν γίνει

Κι όταν θα φτιάξει ο καιρός πάλι θα ξεσκαρίσω
στην θάλασσα με τα νησιά
να βγω να κατουρήσω..

Αφεριμ

Σαν πεταλούδα μες το φως
που μπαίνει απ το σκοτάδι
νόμιζα βρήκα μια ψυχή
ένα Σαββάτο βράδυ

Είπαμε λόγια μυστικά
να λύσουμε τον γρίφο
που κρύβεται στον έρωτα
και στης σιωπής τον ήχο

Το χει η καρδιά ελάττωμα
τους όρκους να πιστεύει
και να ζητάει ζεστασιά
στο χέρι που χαϊδεύει

Ποιος συγχωρεί τα λάθη του
αν δεν τα ομολογήσει;
Σημάδια γίνονται βαθιά
που ο χρόνος δεν θα σβήσει

Καθώς κοιτάζω μέσα μου
η αλήθεια μου κρατιέται
απ την δική μου δύναμη
κι όλο ξαναγεννιέται

Μάνα μήπως δεν έφυγες
και βρίσκεσαι μαζί μου
πάλι να αρχίσω απ’ την αρχή
την εύθραυστη ζωή μου;

μήπως κινείς τα νήματα
κι εγώ είμαι αφημένη
στην πρόνοια της θέλησης
ο δρόμος σου που υφαίνει;

πότε θα φτάσει η στιγμή
για να ξαναβρεθούμε
και της αγάπης τις στιγμές
πάλι να θυμηθούμε;

εσύ είσαι το σύμβολο
εσύ η νηνεμία
που ‘ρχεται μες τα όνειρα
αέρινη οπτασία

σαν σε θυμάμαι σκέφτομαι
τι τάχα σου χρωστάω
δικό σου είναι το χάρισμα
που ‘μαθα να αγαπάω

μ’ έμαθες μάνα να αγαπώ
με χίλιους δύο τρόπους
κι αν έφυγες για να βρεθείς
μέσα σε άλλους τόπους

η ευχή σου μένει πάντα εδώ
για να με προστατεύει
να νοιώθω πάντα ζεστασιά
σαν η ψυχή γυρεύει

ότι κι αν πω είναι μικρό
μπροστά στην συνδρομή σου
να δίνεις έτσι απλόχερα
μέχρι και την ψυχή σου

μέσα στις δυο φτερούγες σου
που μένουν ανοιγμένες
τις σκέψεις μου να οδηγάς
για το καλό φτιαγμένες

ζητώ μονάχα να μου πεις
πως μπόρεσες να μένεις
κοντά μου και να με οδηγείς
και όλο να υπομένεις

τα λάθη που συγχώρεσες
λες κι ήσουν ο θεός μου
προσμένοντας να δω ξανά
να ξαναβρώ το φως μου..

Το φίμωτρό μου φόρεσα, ατμόσφαιρα θα κάνω
θέλω να είμαι έτοιμη αν ατυχώς πεθάνω
Όμως πριν φύγω μόνη μου και αποστειρωμένη
ζητώ την παρουσία σου την ολοκληρωμένη
Βαρέθηκα τους φόβους τους, τα σκηνικά του τρόμου
παίρνω την φαντασία μου, τους πόθους μου επ’ ώμου
σκορπίζω τριαντάφυλλα που θέλω να σου στείλω
και ερωτικά μηνύματα που δεν θα καταστείλω
Κόκκινες οι αισθήσεις μου, όπως οι παπαρούνες
και ψάχνουν σπόρους για να βρουν, αρχέγονες
κουρούνες
γίνομαι άγγελος της γης, και όλα τα κρίματα μου
διαγραφή επιζητούν για να βρεθείς κοντά μου..
Πήρε στροφή ανάποδη η ζωή μας και θυμίζει
ανέκδοτο που ειπώθηκε μα γέλιο δεν χαρίζει
Τις κλειδωμένες προσμονές ποιος θα τις ξεκλειδώσει
που χέρια δεν αγγίζονται και είμαι στην πρώτη δόση;
Γίνομαι όμηρος εγώ, εσύ ο απαγωγέας
ευχόμενη διακαώς να μην είσαι φορέας..

Νόμους για μας ψηφίσανε για να μας προστατεύσουν
μην έρθουν τα χειρότερα (κίνδυνος θα μας γνεύσουν)
και σαν φυγάδες τρέχοντας, δρόμο θα πάρουμε όλοι
(μες το γυαλί θα μπαίνουμε, κάθε γιορτή και σχόλη)..

Νομίζω μας σιχάθηκε και η κουτσή Μαρία
που ακούει τις ειδήσεις μας μες την τηλεργασία
μόλις δηλώσεις κάναμε, έκαναν τον σταυρό τους
και οι αδελφοί δεν πήγαιναν ούτε στον αδελφό τους.

Σαν το μαντείο των Δελφών, χρησμούς να φαν και οι κότες
συντρίψαμε τους αρνητές, λιώσαμε συνωμότες
μόλις νοσήσουνε θα δουν η νόσος ότι άρχει
στην ΜΕΘ θα κάνουν κράτηση έτσι για να υπάρχει

Καλού κακού το εμβόλιο, το κάρο μες τη λάσπη
κι από το φόβο του ιού είναι η φάτσα άσπρη
δυο δυο οι μάσκες περπατούν, διπλές όπως οι Χιώτες
μες το κακό το χάλι μας, της συμφοράς οι νότες

Είναι η πραγματικότητα , σενάριο που πουλάει
(πως ζεις και πως πληρώνεσαι, το αύριο που πάει;)
(Τι συμφωνούν τι δίνουνε, είναι σε πλάνο βήτα..)
ενώ η παιδεία σέρνεται και μαγειρεύει βλήτα

Πάρε το φως απ’ την πανσέληνο
για να χτενίσεις τα μαλλιά σου
κι αν φοβηθείς μέσα στην νύχτα σου
θυμήσου, πάντα, είμαι κοντά σου

Εκεί που σπρώχνεις την αυλόπορτα
και που σφαλείς τα παραθύρια
εκεί που στρώνεις στο τραπέζι σου
τα κρυσταλλένια τα ποτήρια
Εκεί θα νοιώσεις την ανάσα μου
μες το γυμνό λευκό λαιμό σου
θα κλέψω τις κρυφές τις σκέψεις σου
και το ζεστό το σ’ αγαπώ σου

Παίρνω ότι μένει απ’ την ελπίδα σου
που κρύβεις να την προφυλάξεις
είμαι ένα βήμα απ’ την καρδούλα σου
αρκεί ένα «έλα» να φωνάξεις

Το βλέμμα σε προσκάλεσε
κρασί μαζί να πιούμε
τίποτα απ’ όσα πέρασαν
όμως μην θυμηθούμε

Μην θυμηθούμε την φωτιά
που ‘καιγε τα κορμιά μας
τα χέρια που πλεκόντουσαν
γύρω απ’ την αγκαλιά μας

Μην θυμηθούμε τα στερνά
που διώξανε τα πρώτα
όταν μέσα στην κάμαρη
ήταν σβηστά τα φώτα

Μην θυμηθούμε τα φιλιά
που ‘λαμπαν σαν αστέρια
τις αφροστόλιστες ακτές
τα όμορφα καλοκαίρια

Μην θυμηθούμε το θα ζω
όσο θα ζεις μαζί μου
και μια ψυχή που ναι για δυο
θα ζει μες το κορμί μου

Μην θυμηθούμε κάποτε
πως ζούσαμε για κάτι
και πως στο τριαντάφυλλο
πονάει πολύ το αγκάθι

Να θυμηθούμε όμως γιατί
η αγάπη δεν κρατάει
όταν δεν είναι αληθινή
φεύγει και προσπερνάει..

Ψυχή γεμάτη απ’ την λευκότητα
βλέμμα χιονιού, γαληνεμένο,
δίπλα ένα δένδρο που γονάτισε
από την φύση χτυπημένο

Μάθε με φύση έτσι απλόχερα
να ακολουθώ το χάρισμά σου
να ραίνω με άσπρα συναισθήματα
σ’ όσους μιλώ για το όνομά σου

Εσύ του πλάστη δισκοπότηρο
σε χείλη που είναι διψασμένα
για αγάπη και φιλίας αγνότητα
γυμνά κλαδιά και χιονισμένα