Πάρε το φως απ’ την πανσέληνο
για να χτενίσεις τα μαλλιά σου
κι αν φοβηθείς μέσα στην νύχτα σου
θυμήσου, πάντα, είμαι κοντά σου

Εκεί που σπρώχνεις την αυλόπορτα
και που σφαλείς τα παραθύρια
εκεί που στρώνεις στο τραπέζι σου
τα κρυσταλλένια τα ποτήρια
Εκεί θα νοιώσεις την ανάσα μου
μες το γυμνό λευκό λαιμό σου
θα κλέψω τις κρυφές τις σκέψεις σου
και το ζεστό το σ’ αγαπώ σου

Παίρνω ότι μένει απ’ την ελπίδα σου
που κρύβεις να την προφυλάξεις
είμαι ένα βήμα απ’ την καρδούλα σου
αρκεί ένα «έλα» να φωνάξεις

Το βλέμμα σε προσκάλεσε
κρασί μαζί να πιούμε
τίποτα απ’ όσα πέρασαν
όμως μην θυμηθούμε

Μην θυμηθούμε την φωτιά
που ‘καιγε τα κορμιά μας
τα χέρια που πλεκόντουσαν
γύρω απ’ την αγκαλιά μας

Μην θυμηθούμε τα στερνά
που διώξανε τα πρώτα
όταν μέσα στην κάμαρη
ήταν σβηστά τα φώτα

Μην θυμηθούμε τα φιλιά
που ‘λαμπαν σαν αστέρια
τις αφροστόλιστες ακτές
τα όμορφα καλοκαίρια

Μην θυμηθούμε το θα ζω
όσο θα ζεις μαζί μου
και μια ψυχή που ναι για δυο
θα ζει μες το κορμί μου

Μην θυμηθούμε κάποτε
πως ζούσαμε για κάτι
και πως στο τριαντάφυλλο
πονάει πολύ το αγκάθι

Να θυμηθούμε όμως γιατί
η αγάπη δεν κρατάει
όταν δεν είναι αληθινή
φεύγει και προσπερνάει..

Ψυχή γεμάτη απ’ την λευκότητα
βλέμμα χιονιού, γαληνεμένο,
δίπλα ένα δένδρο που γονάτισε
από την φύση χτυπημένο

Μάθε με φύση έτσι απλόχερα
να ακολουθώ το χάρισμά σου
να ραίνω με άσπρα συναισθήματα
σ’ όσους μιλώ για το όνομά σου

Εσύ του πλάστη δισκοπότηρο
σε χείλη που είναι διψασμένα
για αγάπη και φιλίας αγνότητα
γυμνά κλαδιά και χιονισμένα

Φύσηξε αέρας κουρνιαχτός
απ’ τις καταγγελίες
σηκώθηκε και κάλυψε
τις σεβαστές «κυρίες»
που προσπαθούν επίμονα
να σώσουν την τιμή τους
τις τρύπες να μπαλώσουνε
απ’ την υπόληψή τους

Ο κόσμος το χει τούμπανο
και αυτοί κρυφό καμάρι
πως κρύβεται μαύρη ψυχή
μέσα σε ένα τομάρι
μα γίνονται ξεκάθαρα
μάτια που το δηλώνουν
πως φαίνεται η αλήθεια τους
όταν τους την σπιλώνουν

δεν προκαλεί την έκπληξη
ούτε την θυμηδία
σαν αλαλάζουν πρόβατα
που δάγκωσαν θηρία
κι όμως ανάξιοι σεβασμού
είναι και εκεί θα μείνουν
το θλιβερό το σάλιο τους
να ξεροκαταπίνουν

Σαθρά θεμέλια
σκάω απ’ τα γέλια
την τόση την αφέλεια
σαν θυμάμαι

μπροστά δεν έβλεπα
και όμως προέβλεπα
μαζί μέχρι το τέλος
πως θα πάμε

εγώ και η πλάνη μου
τρίτο στεφάνι μου
πιστός δεν μένεις
μοναχός μες στην αγάπη
πολλοί σε πλάνεψαν
που σε ζωντάνεψαν
σου δώσαν φεύγοντας
να πιεις χρυσό το χάπι

στα δυο με χώριζα
κι ότι σε όριζα
καθώς μου κράταγες
το χέρι είχα πιστέψει

φτωχή μιζέρια μου
άδεια τα χέρια μου
ότι έχει φύγει
δεν μπορεί να επιστρέψει

Κύλησε ο χρόνος απ’ τα χέρια μου
και δεν μπορεί να σταματήσει
σαν παραμύθι που το έκλεισα
γιατί έχει ο ύπνος ξεκινήσει

όνειρα θα ‘ρθουνε στα μάτια μου]
που δεν μπορώ να σταματήσω
άραγε πως περνάς τα βράδια σου
αμίλητη θα σε ρωτήσω

ένα τσιγάρο δρόμος που έχασα
σβήνει στα χείλη όλο πίκρα
κι ένα τασάκι με μισόλογα
πετάει ξερή μια καληνύχτα

φρένο στον χρόνο τρόπο να έβρισκα
τους λεπτοδείχτες να φρενάρω
εδώ είμαι εγώ
εδώ και η λεία σου
και την προσφέρω στον κουρσάρο

Αγάπη θα σου μάθω τι θα πει
εσένα που πολύ μ’ έχεις πονέσει
δύναμη θα σου στέλνω με την σκέψη μου
θα είμαι πλάϊ σου, σ’ αρέσει δεν σ’ αρέσει

΄Ετσι είμαι εγώ, έτσι γεννήθηκα
με μια ψυχή προορισμένη να ναι δύο
και δεν πειράζει που όπως πάντα δοκιμάζομαι
να μένω μόνη δίχως λέξη ούτε αντίο

Αγάπη κι αν δεν μάθεις τι θα πει
της ιστορίας μας τα χρόνια να θυμάσαι
όλα τα πάλεψα και έμαθα καλά
ότι αγαπάς θα πρέπει μόνο να φοβάσαι..

Τι τα κρατάς τα σ’αγαπώ
πες τα να με ζεστάνουν
περνούν τα τραίνα της χαράς
μα στο σταθμό δεν φτάνουν

Είναι χειμώνας μάτια μου
η ερημιά παγώνει
μέσα στο γκρίζο του ουρανού
μια θλίψη με σκοτώνει

σβησμένα τα άστρα του ουρανού
βάλε φωτιά να ανάψουν
να σου θυμίσουν τα παλιά
και από χαρά να κλάψουν

Ρίξε σύριγγα φαρμάκι
για να εμβολιαστώ
τα ραδίκια ξαπλωμένος
και ανάποδα να δω

Φωνάξτε την ομήγυρη
να με καταμετρήσουν
τα κροκοδείλια δάκρυα
τα μμε να χύσουν

Θα ‘φευγα που θα έφευγα
μια μέρα από την ζήση
μα από Κινέζου «φαγητό»
ο κύκλος μου θα κλείσει

Πεθαίνω από σένα
κακέ σχιστομάτη
και στου ψεκασμένου
θα έμπω το μάτι