Θα ‘ρθω το βράδυ

Θα ‘ρθω το βράδυ
μαύρο σκοτάδι
μες τα νησιά σου
για να ρίξω παραγάδι
εγώ το θράσος
φθηνός κομπάρσος
μέσα στον ρου της ιστορίας
κοκκινάδι

Οι αυταπάτες
φθηνοί προστάτες
αριστερά ή δεξιά
ένα φανάρι
εχθρός ή φίλος
και ερωτύλος
για να σου παίξω
της πατρίδος το δοξάρι

θα ‘ρθω το βράδυ
μες το κοπάδι
λύκος ντυμένος
με προβιά γλυκός τσοπάνης
σβηστά τα φώτα
με βαρελότα
και ζωντανό το υπερθέαμα
της πλάνης

Να άκουγα και πάλι την φωνή σου
αχ παιδί που με έχεις αρνηθεί
δρόμους να περπάταγα μαζί σου
με ήλιο με χιονιά και με βροχή

Μες την αγκαλιά μου σε κρατούσα
θήλασες σε μένα την ζωή
του ουρανού τα αστέρια ακουμπούσα
κι ήσουνα το πρώτο μου παιδί

Πώς τα σβήνεις όσα μας ενώνουν
κι άδικα μακριά σου με κρατάς
δες τα δυο μου χέρια που παγώνουν
όπως τα χτυπάει ο βοριάς

Με χίλιους τρόπους σου ‘δειξα
να δεις πως σ’ αγαπάω
στην πλάτη έβγαλα φτερά
για σένα να πετάω

Το βλέμμα έστρεψες αλλού
ότι και αν σου ‘χα δώσει
χίλιες να πέσουν τουφεκιές
η μία θα σκοτώσει..

Το χθες δεν ομολόγησε
να πει τι σου ‘χε λείψει
στην ανηφόρα τράβηξε
να πάει να πολεμήσει

Το φίλτρο μου το μαγικό
στα χείλη μου στεγνώνει
και ότι υπήρχε στην ψυχή
σαν προσευχή τελειώνει

΄Εψαχνε τρόπους για να βρει
η αγάπη να τελειώσει
άλλο γιατί δεν άντεχε
την τρέλα της την τόση

Βάρη πολλά και ασήκωτα
και η αντοχή πεσμένη
από ανθρώπους άπονους
η υπόθεση χαμένη

΄Εσβησε μες την χαραυγή
ένα κερί λιωμένο
εσύ το βάφτισες σιωπή
κι εγώ σαν πεπρωμένο

Πρόληψη δεν ευόδωσε στην χώρα μας να γίνει
μόνο αντιμετώπιση και ‘φταιγαν μόνο “εκείνοι”
δεν έχουμε εναέρια, πάπαλα και οι Ρώσοι
τα τάματα σε Αμερική μας έχουνε τυφλώσει

Ούτε πουλί πετούμενο στο κάρβουνο έχει μείνει
ότι πετάει χάθηκε τα αηδόνια μας και οι σπίνοι
τα ζωντανά τα των δασών στην χώρα βολοδέρνουν
τα τρία κακά της μοίρας μας το ηθικό μας παίρνουν

Κανένας όμως εμπρηστής δεν έχει την ευθύνη
και όποιος βάζει τις φωτιές στο άγνωστο θα μείνει
που να τους βρούμε βέβαια δεν έχουμε τα μέσα
πληρώνονται, είναι βαλτοί μα και δεν έχουν μπέσα

Αν είχαμε έναν Ταρζάν ίσως και να μπορούσε
να δει ποιός είναι υπεύθυνος και να ειδοποιούσε..

Και εσείς ασκώντας κριτική σε μας για ολιγωρία
η τυραννία υπόσχεται να βρει την ευκαιρία
από κοριούς λογισμικών αφού σας εντοπίσει
να σπάσει την κανάτα σας στον δρόμο προς την βρύση
(να διώξει το απόστημα πριν να κακοφορμίσει..)

Τι αίμα τρέχει μες τις φλέβες σου
και μ’ έχεις τόσο λησμονήσει;
σαν εφιάλτης που σε τρόμαξε
και έχεις απότομα ξυπνήσει

Αίμα αν έτρεχε στις φλέβες σου
θα χες για μένανε ρωτήσει
πριν την ανατολή δεν θα ‘φευγε
ο ήλιος μου να πάει στην δύση

Τα χρόνια που ζησες στο πλάι μου
άγια κειμήλια δοξασμένα
ξυπνούν εικόνες σε αποσπάσματα
λυτά μα απαγορευμένα

Μα εσύ δεν ξέρεις που γεννήθηκες
ποιας νύχτας θήλασες τα στήθια
ποιους σιωπηλούς καημούς σου ξύπνησαν
τα ζωντανά μου παραμύθια

Κοίτα στο χθες μας πως φιλιόμασταν
λες κι ήμασταν αγαπημένοι
το θελε η μοίρα το απροσδόκητο
ξανά να γίνουμε δύο ξένοι

Εγώ τα λόγια μου τα βάφτισα
που σου πα μέσα στην αλήθεια
σαν έφευγες που σε είδα σάστισα
μα δεν σου γύρεψα βοήθεια

Νόημα δεν έχει που ορφάνεψες
των δύο μας όλες τις ελπίδες
λευκά μαλλιά όμως μου γέννησες
στο μέτωπο βαθιές ρυτίδες

Στα δυο μου χέρια τα απροστάτευτα
τώρα το δίκιο μου κρατάω
φιλάω σταυρό και μου ορκίζομαι
μόνο εμένα να αγαπάω

Μωρά κλεισμένα στις καρότσες
οι βάρβαροι θα σιτιστούν
μας περιμένουν άγριες δόξες
στα αίματα που θα χυθούν

Είναι ένα σύννεφο θλιμμένο
και μια καρδιά που δεν χτυπά
σφαγείο δαφνο στεφανωμένο
και τα μαχαίρια ακονιστά

Ποιος το ταΐζει το θηρίο
που όλο σκούζει και πεινά;
η μαύρη αρρώστια της ψυχής μας
που δεν στενάζει ούτε πονά

Το χέρι έμεινε απλωμένο
ο φόνος πέλεκυς σκληρός
είναι ο άνθρωπος πλασμένος
φονιάς αθώων στιγερός

Θέλω να φύγω να τελειώνω
είναι η ζωή μας συμφορά
των δίποδων το πεπρωμένο
ο αφανισμός και η φθορά

Ψάχνω γιατρό για να με δει
παπά να με διαβάσει
το πρόβλημα «αναστολή»
δεν λέει να περάσει

Εμμονικό κακεντρεχή
με λένε ανάθεμά με
και εγώ θα το παραδεχθώ
τις νύχτες δεν κοιμάμαι

Πετάγομαι στον ύπνο μου
ιδρώνω αγχωμένος
σαν με ρωτούν επίμονα
είσαι εμφολιασμένος;

΄Ισως και να ναι ίντριγκα
αυτή η ιστορία
να βγάλω ασπροπρόσωπους
τα άγρια θηρία

που σε μπαούλα βάζουνε
όλα τα έσοδά τους
από τις μπίζνες των «ιών»
άντε βοήθειά τους

«Αιχμάλωτος συστήματος»
είναι η παραδοχή μου
σας έχω σε αναστολή
και αυτό είναι προς τιμήν μου

του κεφαλιού σας κάνετε
και δεν με προσκυνάτε
έστω και αν στην τελική
δεν έχετε να φάτε

Καιρός φέρνει τα λάχανα
καιρός τα παραπούλια
δείτε λοιπόν το θετικό
δεν έχετε καπούλια..

Απ’ το στενό μου το κελί σύντομα θα ξεφύγω
κι όποιον με λέει βιαστή στο γόνατο τον πνίγω
Ιδιαίτερα χαρίσματα είχα από παιδάκι
και στα ανήλικα παιδιά έβγαζα με βαμβάκι
την τσίμπλα από το μάτι τους (αν είχαν κριθαράκι)

Με έβγαλαν έξω για να δουν την συμπεριφορά μου
και κάνουνε την προσευχή, να κάτσω στα αυγά μου
Τον ταύρο απ’ τα κέρατα μόλις θα τον γραπώσω,
έχω στυλιάρι φοβερό στο σώμα να του χώσω

Χλαμύδα βάζω κόκκινη και η μπάσα η φωνή μου
θα σαγηνεύσει το κορμί να κοιμηθεί μαζί μου..

Για το τομάρι σου μονάχα μέριμνα παίρνεις να γλυτώσεις
έχεις τον σκύλο στο μπαλκόνι στις φλόγες να τον παραδώσεις..

Έχουν τελειώσει τα ψωμιά σου μες το ανθρώπινο το γένος
για ‘σενα μέσα στην ψυχή μας τρέφεται ασίγαστο το μένος

Στα λερωμένα μαξιλάρια που βάζεις πάνω το κεφάλι
σε άλλη ψυχή να παραδώσεις της ύπαρξης σου την σκυτάλη..