Τον σκότωσες τον χιμπατζή ανθρώπινο σκουπίδι
και κουλουριάστηκες μετά σαν χορτασμένο φίδι
η φύση έχει κλητευθεί για την δολοφονία
και σε χρεώνει δίκαια για ζώων μαστροπεία

τα ζώα γίναν έκθεμα σε πεινασμένα μάτια
που λοιδορούν την λογική σε πάρκων μονοπάτια

αγκίστρι είναι η δύναμη για τους φυλακισμένους
θέαμα έγκλειστης ζωή στους αποσβολωμένους
που με ελαφρά συνείδηση θα φέρουν τα παιδιά τους
για να τους δείξουν ακριβώς ποια είναι η ανθρωπιά τους

σταμάτησε του χιμπαντζή η ζήση επιτόπου
που φώναξε πριν να χαθεί, θύμα είμαι ανθρώπου

Το λάθος μου ασυγχώρητο
ποιος να το εννοήσει
τόλμησα την επιστροφή προς την μητέρα φύση..

Αυτοί που μείναν ζωντανοί
στου χάρου το δρεπάνι
θα κάνουνε μια δέηση
άλλος να μην πεθάνει

Αυτοί που μας μαρκάρανε
όταν θα δικαστούνε
τεκμήριο αθωότητας
ποτέ τους δεν θα βρούνε

΄Εξω γυρνάνε αμολυτοί
γνήσιοι δολοφόνοι
όμως ποτέ δεν θα μπορούν
να τριγυρνάνε μόνοι

Μοιράσανε θανατικό
στους σκλάβους για να δούνε
όσοι απομείνουν ζωντανοί
τι σύνταξη θα βρούνε

Και κάνω έναν συνειρμό
στην θέση μας να μπούνε
και τα ραδίκια ανάποδα
σύντομα να τα δούνε

΄Οποιος δεν έβγαλε φτερά
ψηλά για να πετάξει
έφαγε το αφήγημα
κι έμεινε ίδια τάξη

Ποιος θα ξυπνήσει την αυγή
για να βροντοφωνάξει
στους νεκροθάφτες: φύγετε
μας έχετε ρημάξει..

Στάζουν τα δόντια του φιδιού
που στέκεται κρυμμένο
και όποιον δεν εμφανίζεται
τον λέει ψεκασμένο..

Ποιος πλήρωνε τα δίδακτρα
να πας για να σπουδάσεις
και εσύ γρανίτα αίματος
πίνεις να ξεδιψάσεις;

Βλέπω μες το φλυτζάνι σου ντράβαλα και βαβούρες
και από της κάλπης το μεζέ στομαχικές καούρες
μένεα πλέουν δυστυχώς και οι ανασταλμένοι
με λίγα λόγια σύντομα το νούμερο δεν βγαίνει

στην κλίνη πάνω σύντομα θα μπεις και του Προσκρούστη
θα σε ξαπλώσουν βίαια όσοι σε λένε «Κούλη..»
θα σε ξηλώσουν απ’ αρχής και θα σε ξαναράψουν
θα σε στολίσουν Γαλλικά, οι ύβρεις δεν θα πάψουν

΄Εχεις ροπή και έφεση στις διαπραγματεύσεις
νομίζω όμως άδικα, πως έχεις τέτοιες βλέψεις
πέντε φράγμα η βιολέτα δεν πουλιέται είναι φτηνή
στις χλωμές αναμετρήσεις, ξόρκιζε την φυλακή

με τους άλλους τενεκέδες μπες και εσύ να κάνεις μπούγιο
προφανώς θα ξεχωρίσεις το κουστούμι είναι καινούριο
άρμεγε λαγούς να έχεις κούρευε χελώνες τσάμπα
είναι η Θράκη πεθαμένη θα της κάνουμε σαράντα

άντε και θα τραγουδούσω, τα τραγούδια ένα ένα
και τον Βλαντιμίρ θα πνίξω σαν κουνέλι αντί για σένα
μαρμαρόσκονη θα φέρω να στολίσω τα μνημεία
που ακραιφνής θα την σκεπάσει της βουλής την κοινωνία!

Ένα μονάχα σ’ αγαπώ δεν φτάνει να σου στείλω
σαν σήμερα γεννήθηκες και της χαράς το φύλλο
από το δέντρο του θεού ήρθε στην αγκαλιά μου
δίνοντας χρώμα και μορφή σε όλα τα όνειρά μου

Σαν πεταλούδες κίτρινες πετούν οι αναμνήσεις
αγόρι μου να είσαι καλά, να ισχυροποιήσεις
έναν καινούριο ουρανό, μια ακλόνητη αγάπη
κι από τα μάτια σου ποτέ, να μην κυλήσει δάκρυ

Σαν να σταμάτησε εκεί του χρόνου το ρολόι
στα δυο χεράκια τα μικρά, το τρυφερό το μπόι
πλένεις με μύρο άγιο στα μάτια κάθε θλίψη
ποτέ και τίποτα αητέ στην ζήση σου μην λείψει!

Η ευχή της μάνας

Ευτυχώς που δεν με πήραν
όμηρο να με κρατήσουν
και τα λύτρα από σένα
ύστερα να σου ζητήσουν
θα χε φάει το σκοτάδι
την ζωή μου σε μια μέρα
κι άλλα χέρια θα φορούσαν
της αγάπης μας την βέρα

Στάσου εκεί που είσαι στάσου
αν μπορείς θα με λυτρώσεις
για να ζήσω ούτε φράγκο
δεν σκοπεύεις να πληρώσεις

Το ‘μαθα πια με τον χρόνο
και σημείωση κρατάω
πως για μένα μόνο ισχύει
όσο ζω θα σ’ αγαπάω
δυστυχώς για σένα μόνο
η καρδιά μου θα χτυπάει
και θα αποζητά στα λόγια
λήθη για να μην πονάει

Όμως θα ‘ρθει κι η σειρά σου
και σημείωσε την μέρα
που αποφάσισες πως πρέπει
όλα να τα κάνεις πέρα

Με ρεζίλεψες δεν βρίσκω
λόγο να σε συγχωρήσω
το κακό που μου ,χεις κάνει
με πια γόμα να το σβήσω
να ξεπλύνω την ντροπή μου
μάλλον δεν υπάρχει τρόπος
και να ‘ρθεις στα συγκαλά σου
είναι άδικος ο κόπος

Μόνο η πλάση θα σου δείξει
τι είναι η αχαριστία
να πονάς και να μην δίνουν
στον τρελό μια σημασία
μόνο στου θεού τα χέρια
είναι τώρα η πληρωμή σου
κι άσε εμένα να ρωτάω
το τι γύρευα μαζί σου

Είμαι εδώ, φάρος που στήθηκε
για να σε προστατεύει
και θα είμαι εδώ, για όσο
η σκέψη σου την σκέψη μου γυρεύει

Τριγύρω θάλασσα, τριγμοί, βαθιές ελπίδες
και εσύ να γράφεις όσα άκουσες και είδες
σαν επισκέπτης που με πλοίο θα περάσει
και ύστερα πάλι στο λιμάνι του θα φτάσει

Είναι ο δρόμος μου μονός δίχως προφάσεις
για σένα που ήρθες τους καημούς για να μοιράσεις
μην με κυκλώνεις οι σιωπές μ’ έχουν θηλάσει
εδώ κοιμάται η μοναξιά για να ξεχάσει

Είπε ο θεός ψηλός να μείνω να κοιτάω
να οδηγώ, να συμβουλεύω, να αγαπάω
μην πλησιάσει πιο πολύ απ’ ότι πρέπει
κάποιο πλεούμενο που οδηγό θα μ’ έχει

Κάνω στο σχήμα του σταυρού την προσευχή μου
στείλε την σκέψη σου αν θες και εσύ μαζί μου
στον χρόνο κάνω συνεχώς περιπολίες
και στον βυθό καταποντίζω τις θυσίες

Όταν βρεθούμε σκοτεινή
θα ναι η μέρα από τα πάθη
θα πληρωθούνε μονομιάς
όλα του έρωτα τα πάθη

Εκεί που φύλαγες εχθές
η αμαρτία σου λιμνάζει
και η καινούρια σου μορφή
με τίποτα πια δεν αλλάζει

Το φίδι άλλαξε μεμιάς
το δέρμα του και προχωράει
μια αδυσώπητη σιωπή
ντύνει το χθες και με νικάει

λόγο θα δώσεις στον θεό
που τον ξεχνάς, όχι σε μένα
θα αναπολείς τα σ’ αγαπώ
και τα φιλιά μου ένα ένα

έχει έναν άνεμο βαρύ
που σε σαρώνει απ άκρη σε άκρη
και μες τα μάτια τα θολά
στεγνώνει το άπρεπο το δάκρυ

δεν μπόρεσες να τα χαρείς
όσα σου πρόσφερε η καρδιά μου
και η θέση έμεινε κενή
στα πληγωμένα όνειρά μου

κι αν κάποτε είμαστε μαζί
τώρα θα ζεις με αναμνήσεις
το μυστικό είναι γνωστό
ποτέ ξανά δεν θα γυρίσεις

το υποζύγιο σταθερά
πάνω στον δρόμο προχωράει
και όσα σου χάρισε αδρά
με πείσμα τώρα τα κλωτσάει

οι δρόμοι κλείσανε νωρίς
τα έργα πρέπει να τελειώσουν
και τα καμένα απ την φωτιά
θέλουν και πάλι να φυτρώσουν

Αυτοί οι παραλληλισμοί με έχουν εξουθενώσει
μία παλάμη να ‘βρισκα σφαλιάρα να σου δώσει
(σαν μοιάζεις με ναρκομανή που ψάχνει για την δόση..)

Δεν με χωρούν τα ρούχα μου, χάνω τα λογικά μου
ένα σκυλί που αλυχτά τις νύχτες τα μυαλά μου
έχουν τα λάθη πρόσημο, μορφή η εξουσία
με σχετική την δύναμη και η αλληγορία

Μόνος σου αν τα σκέφτηκες έχει καεί ο δίσκος
στα κύτταρά σου του μυαλού είναι μικρός ο μίσχος
από το γαϊδουράγκαθο που έχει θαρρώ φυτρώσει
η νέα η θητεία σου ποτέ μην ξημερώσει

έχουν οι γλύκες κίνδυνο ζάχαρο να ανεβάσουν
κι όταν θα έρθει η στιγμή να σε αποδοκιμάσουν
θα ψάχνεις να βρεις οπαδό μόνο στις αγγελίες
(δεν είναι η επανάσταση ωμές θηριωδίες)

Πέφτει η αυλαία σου λοιπόν κοντός ψαλμός θα φτάσει
θα είσαι απ’ του τραίνου μας η χείριστη η στάση
περάσουν κι άλλοι ζηλευτοί του δρόμου λουστραδόροι
που νόμιζαν πως ήτανε της χώρας οι μαστόροι

τους φύλαξε ο κατατρεγμός και η έλλειψη παιδείας
με ανάμεικτα αισθήματα οργής και αηδίας
μα τύφλα να χει ο τυφλός όσο θα διαρκέσεις
θα σου ρθει η λυπητερή της ψήφου το πεσκέσι

χώμα που σκόρπισε παντού τις μνήμες θα σκεπάσει
γιατί κολλάει του λαού το σίδερο στην βράση..
στις εμμονές σου θυμικό θα γίνουν οι πομπές σου
και εσύ θα φύγεις για να βρεις τις άλλες αδελφές σου..

΄Ηταν δεκάξη του Ιούλη
στα νιάτα ξέχειλα τα χρόνια
στις πλάτες τα ξανθά μαλλιά μου
και στα φιλιά μας η κολόνια

Κάπως έτσι ξεκίνησε
η καρδιά να χτυπάει
ποταμός που ξεχύθηκε
με ορμή να κυλάει

΄Ηταν Δεκέμβρης παγωμένος
στα χέρια μου ο χωρισμός
βαθιά του πόνου το μαχαίρι
και πικραμένος ο θεός

Με κρίνεις άδικα μα εγώ σε συγχωρώ
όχι πως έχω μια πελώρια καρδιά
μα έχω μάθει
τον ίδιο δρόμο συνετά να προχωρώ
είτε μαζί σου, είτε μόνη, χωριστά

ένα λουλούδι μαραμένο η ζωή σου
το δα, το μύρισα, αλλά δεν το πετώ
έκανα δρόμο μου την άμορφη ψυχή σου
και το ταξίδι μου στον κόσμο προχωρώ

μην μου πικραίνεσαι και να παρηγορείσαι
που χες εμένα σταθερό συνοδηγό
αφού απόφαση το πήρες να απαρνιέσαι
και αφήνεις πίσω ότι είχες ιερό..