Εγώ που είμαι τροβαδούρος της αγάπης
θα γράψω όλα τα τραγούδια για να ‘ρθεις
νερό θα ρίξω απ’ το σύννεφο που στέκει
να βγεις στην μέρα με σταγόνες να λουστείς

Εδώ το όνειρο και εγώ το ζωντανεύω
με αγάπης δόξα και επιτύμβιες ιαχές
κι άμα δεχτείς αυτά τα χέρια με τα ρόζια
θα σου ζεστάνω την καρδιά με προτροπές

Μελαγχολίες και σιωπές θα βγουν στον δρόμο
και θα βαδίσουν με κατεύθυνση φυγής
τότε το αστέρι που σου χάραξε πορεία
θα πει γεννήθηκες για να είσαι νικητής

Στερνή μου γνώση
που ήσουνα
όταν την συναντούσες
πόσα μαρτύρια σου ‘δωσε
το στόμα που φιλούσες

Σε βάρος σου λειτούργησαν
όλα τα μυστικά σου
θα ‘τανε προτιμότερο
να κάτσεις στα αυγά σου

Με γνώμονα την λογική
τώρα που τυραννιέσαι
το πεπρωμένο που ‘φτιαξες
βαριά το καταριέσαι

Τώρα κρατάς το πόρισμα
της άστατης καρδιάς της
και μοιάζει τόσο απίθανο
να ‘ρθει στα συγκαλά της

Δείξε επιείκεια Βλαντιμίρ και μην μας σιχτιρίζεις,
χαζός αν ήσουνα και εσύ
θα ‘ξερες τι ψηφίζεις;
μες το φουστάνι της ΕΕ βαθιά είμαστε χωμένοι
εκτός απ τις κυρώσεις μας τι άλλο πια μας μένει;

Ποιος βρήκε και ποιος το ‘χασε το άδικο του πολέμου;
Χτυπούν οι σφαίρες και οι ριπές σαν ράβδοι του ανέμου

Το φυσικό αέριο στείλε με το στικάκι
το όνομα μου προφανές με λένε μητσ@τακη

Μεγάλες είναι οι βλέψεις μας
ταγοί υποταγμένοι
και η ουσία σταθερή
και κορφολογημένη

Όσα χαΐρια τάξαμε
σε χειμερία νάρκη
τα βούλιαξε όλα ο ιός
τα μούσκεψε το δάκρυ

Τραβάω τις κοτσίδες μου
και είμαι πια αλλόφρων
τι το θελα και το ‘δειξα
πως είμαι εθνικόφρων;

Μπιρμπιλωτό το μάτι μου γυαλίζει όταν κοιτάει
Ζηλεύτε όσο θέλετε
Εμένα αγαπάει..

Αχάριστοι γκιαούρηδες
την Κύπρο δεν ξεχνάω
όπου βρεθώ στον ύπνο μου
αυτή νε συναντάω

Άμα ξαναγκρινιάξετε
ξηλώνω τα γαλόνια
γίναν τα «παντελόνια» μου
μεγάλα σαν μπαλόνια

Απόμακροι αγαπημένοι
της απονιάς τους οι συλλέκτες
όλα τα αισθήματα σβησμένα
στην ειλικρίνειά τους ψεύτες

Πώς να πιστέψεις τις φωνές τους
έχει η χροιά τους χρωματίσει
όλα τα σκηνικά αγάπης
και ύστερα πάλι τα χει σβήσει

Εύκολο νάναι ή καθόλου
τα λόγια σου να μην πιστεύεις
όταν χτυπάς τα μαύρα γκέμια
του αλόγου σου όταν ιππεύεις;

΄Εδωσα άπειρες ορμήνειες
στην μοναξιά και στην λατρεία
μόνο εγκατάλειψη όμως βρήκα
στου πεπρωμένου την χημεία..

Έκανα ότι έπρεπε για να διαμορφώσω
την άποψη που ήθελα πως θέλω να σας σώσω
Διαφημίσεις σπόνσορες κορωνοιστορίες
να βγουν στην επιφάνεια όλες οι υστερίες
Είναι απορίας άξιο το πως εξουσιάζεις
όλους τους φιλοχρήματους όταν λεφτά μοιράζεις.
Το χρήμα κάνει εφικτές όλες τις προπαγάνδες
νέους μεσήλικες αστούς με σμόκιν και τιράντες
Έτσι το σέρνουμε εμείς το άρμα εξουσίας
βαστάζοι είστε όλοι εσείς στο όνομα της θυσίας.

΄Οσες κινήσεις έχεις κάνει
εγώ καλούμαι να πληρώσω
δεη, αέριο, βενζίνη
τα λάθη να επανορθώσω

΄Οταν σε ψήφιζα τον «άλλον»
σκοπό να διώξω είχα βάλλει
ανάγκη επιβεβλημένη
για αυτό κανείς μην αμφιβάλλει

Στον σβέρκο μου κατσικομένος
εσύ για μένα αποφασίζεις
άλλος «φιλάει» και άλλος πληρώνει
ραγιά να μάθεις τι ψηφίζεις

Η πλάνη όμορφη σαν ρόδι
μετράει τα σπόρια ένα ένα
και τις απώλειες συγκεντρώνει
να κυνηγήσει τον κανένα

Τώρα γυρνώ σαν υπνοβάτης
και στο κρεβάτι επιστρέφω
τις πόρτες κλείστε να μην φύγω
τον ξυπνημό δεν τον αντέχω

Ελπίδα μόνη η ευχή μου
να ‘ρθει η στιγμή η ευλογημένη
δρόμο να φύγεις να σου δείξω
η τιμωρία περιμένει

Πως έχουνε την ίδια μούρη
τώρα το ξέρω τα γουρούνια
και ότι ο καθένας μας θα γίνει
δρομολογείται απ’ την κούνια

Δεν ήσουνα ο κίνδυνος στα λάθη που χω κάνει
εγώ έριξα άγκυρα στο πρώτο το λιμάνι
αν πράγματι μ’ αγάπησες δεν θα το εκτιμήσω
ήμουν μονάχη κι έπρεπε το ναι μου να τολμήσω

Εγώ τον δρόμο μου τραβώ
τα δάκρυα στεγνωμένα
δεν σε φοβάμαι μάτια μου
φοβάμαι μόνο εμένα

Αν δείχνω πάντα δυνατή μ’ έχει η ζωή προστάξει
έτσι η ψυχή το βάρος σου και πάλι θα βαστάξει
δεν σου χρεώνω τίποτα ζήσε ευτυχισμένος
αυτός που μένει αληθινός, είναι ο προδομένος..

Ανθισμένα τα λουλούδια στο παρτέρι
κει που φύσαγε της άνοιξης το αγέρι
το κορμί σαν το κλαράκι να λυγίζει
την μορφή μου όταν σε γνώρισα θυμίζει

Σε κερνάω κρασί με το ένα χέρι
ξέρω, ήμουν της απόγνωσης λημέρι
σε λευκό χαρτί ξεδιάντροπες οι νύχτες
με ρωτάνε να τους πω γιατί δεν ήρθες

Γιατί δεν ήρθες;

Πασχαλιές γελάνε στην αποκοτιά μου
που ξεχνώ για σένα και το όνομά μου
το γνωρίζω δεν αξίζει να θυμάμαι
για όσα έδωσα και πήρες δεν λυπάμαι

Σε κερνάω κρασί με το ένα χέρι
ξέρω, ήμουν της απόγνωσης λημέρι
σε λευκό χαρτί ξεδιάντροπες οι νύχτες
με ρωτάνε να τους πω γιατί δεν ήρθες

Γιατί δεν ήρθες;

Σαν να μην έγινε ποτέ η γνωριμία
θύμα που αρνήθηκε να βρει την σωτηρία
σ’ άλλη ζωή ίσως βρεθούμε για να βρούμε
αυτά που νοιώσαμε εδώ μα δεν τα ζούμε

Εσύ το ξέρεις
πως το κατάφερες και ζεις
χωρίς να φέρεις
πληγή στο στήθος σου
βαριά χωρίς εμένα
μια υποχρέωση που πλήρωσα
με αίμα

Περνούν τα χρόνια δύσκολα με αντιφάσεις
είσαι στον δρόμο μα δεν ξέρεις που θα φτάσεις
κάπου θα νοιώσεις ότι χάσαμε και οι δύο
κι ας είπες πρώτος το πολύκροτο αντίο

Η διεθνής η λαίλαπα σιγεί για τον χαμό σου
δεν το μπορεί να αποδεχθεί αυτό το μέγεθος σου
η κορυφή απρόσιτη για τους κοινούς θνητούς θα μένει
εσύ ταξίδεψες για αλλού λευκή κλωστή λυμένη..

Εκεί ψηλά που στέκεται με αγγελικό το βλέμμα
με ορμήνιες παρακολουθείς, και νουθετείς το ψέμα
σαν από πάντα πρόθυμος αλήθειες να μοιράζεις
του ανθρώπου τον προορισμό να τον καθαγιάζεις

Για μένα θα είσαι σύμβολο και για πολλούς ακόμη
πως πρέπει πάντα τον σωστό (είναι πολλοί οι δρόμοι)
και τον πηγαίο άνθρωπο να ακούει η καρδιά μας
μακριά από όσα προσδοκούν τα όποια «αφεντικά» μας

Δεν φεύγεις από το μυαλό εικόνα είσαι άγια
το υπόδειγμα η ιαχή στα φωτεινά φεγγάρια
και όποτε η ανθρωπότητα σε φέρνει στο μυαλό της
θα σε έχει καθοδηγητή και φύλακα άγγελό της!