Τι αίμα τρέχει μες τις φλέβες σου
και μ’ έχεις τόσο λησμονήσει;
σαν εφιάλτης που σε τρόμαξε
και έχεις απότομα ξυπνήσει
Αίμα αν έτρεχε στις φλέβες σου
θα χες για μένανε ρωτήσει
πριν την ανατολή δεν θα ‘φευγε
ο ήλιος μου να πάει στην δύση
Τα χρόνια που ζησες στο πλάι μου
άγια κειμήλια δοξασμένα
ξυπνούν εικόνες σε αποσπάσματα
λυτά μα απαγορευμένα
Μα εσύ δεν ξέρεις που γεννήθηκες
ποιας νύχτας θήλασες τα στήθια
ποιους σιωπηλούς καημούς σου ξύπνησαν
τα ζωντανά μου παραμύθια
Κοίτα στο χθες μας πως φιλιόμασταν
λες κι ήμασταν αγαπημένοι
το θελε η μοίρα το απροσδόκητο
ξανά να γίνουμε δύο ξένοι
Εγώ τα λόγια μου τα βάφτισα
που σου πα μέσα στην αλήθεια
σαν έφευγες που σε είδα σάστισα
μα δεν σου γύρεψα βοήθεια
Νόημα δεν έχει που ορφάνεψες
των δύο μας όλες τις ελπίδες
λευκά μαλλιά όμως μου γέννησες
στο μέτωπο βαθιές ρυτίδες
Στα δυο μου χέρια τα απροστάτευτα
τώρα το δίκιο μου κρατάω
φιλάω σταυρό και μου ορκίζομαι
μόνο εμένα να αγαπάω