Χάρτινος κόσμος

Τόσες και τόσες αγκαλιές κλεμμένες συλλογίσου
ήμουν το ορμητήριο να κρύψεις το κορμί σου
κι όλα μια βεβαιότητα είχανε στις κινήσεις
για τον εχθρό που κρύβονταν, κι ήθελε να μ’ αφήσεις

Τώρα ψυχή ο στεναγμός να βγει έξω δεν έχει
Το σώμα αυτή την ερημιά που το πονάει, αντέχει,
κι είναι οι μέρες βιαστικές να φύγουν να περάσουν
της προδοσίας τα δεσμά, που τις κρατούν να σπάσουν

Χάρτινο κόσμο έφτιαξα, εσύ ήσουν το φυτίλι
που άφησε στάχτη το όνειρο, που ‘σβησε μες το δείλι
κι όσες συγκρίσεις έγιναν, άτοπες, δεν μ’ αγγίζουν
πως ξέρω εγώ να αγαπώ, για πάντα, σου θυμίζουν

Κινούνται οι μαριονέττες σου μπρος πίσω απ την ανάγκη
κάτι να αποδείξουνε, χαλκός για το διαμάντι,
Όταν εγώ γεννήθηκα έβρεχε, κι είχε κρύο
και έφτιαξα θέση στην καρδιά, να στεγαστούνε, δύο.

Αύριο δεν έχει τώρα πια, για αυτούς που δεν πονάνε
για αυτούς που όταν ξεκόβουνε, τι γκρέμισαν, ξεχνάνε
για αυτούς που την συγχώρεση την ξέχασαν σαν λέξη
και καρτερούν ολόνυχτα, την μέρα, για να φέξει..

Η υποψηφιότητα είναι μισή εκλογή..

Ποιος κρεμασμένος, ποιο σκοινί
ποιο πράσινο σαπούνι;
Στο βούρκο μου θα κυλιστώ
σαν καθαρό γουρούνι..

Τσίπα δεν έμεινε σταλιά
μουγκή να ήμουνα τώρα
ως ο βρεγμένος την βροχή
την αγνοεί την μπόρα..

Στο ΄Αδη μέσα οι φωνές
έρχονται Ερινύες
και φτύνουνε κατάμουτρα
κοστούμια με κυρίες..

Εμείς πολίτες δεύτεροι
κρατιόμαστε απ’ τα δόντια
Γιατί αυτοί που «έφυγαν»
δεν θα γεννούν γερόντια..

Αλέκσιος ο Πορθητής

Μες σε σφιχτό εναγκαλισμό
με όλους τους «μετανάστες»
άναψες πράσινο το φως
για όλους τους δυνάστες..

Μήπως αυτοί σε εξέλεξαν;
Αυτοί να σε χαρούνε..
Εμείς το φως της λευτεριάς
στα μάτια μας να δούμε..

Χαράζει η ανατολή
η μέρα όμως δεν φτάνει
Απότομα τα βράχια μας
και πουθενά λιμάνι

Της ξενιτιάς μας ο καημός
ραβδίζει τα παιδιά μας
χώρα συλλέκτης των οστών
η μαύρη αγκαλιά μας..

Εσύ που έταξες πολλά
μία από τα ίδια
΄Ασε τα λόγια τα ζαβά
και βγάλε τα σκουπίδια..

Ευτυχώς, χειροτερεύει..

Σ’ αγάπησα τόσο πολύ που πρέπει να σε χάσω,
τις ευτυχείς προοπτικές μήπως και ξαναφτιάξω,
μου βάλανε και στο λαιμό μαχαίρι για να φύγω,
έτσι μου αναπτέρωσαν το ηθικό για λίγο..

“Αυτογνωσία” απέκτησα, εσύ το χεις για λίγο;
Ως χθες αναρωτιόμουνα, να μείνω η να φύγω,
εντέλει όμως άναψε το πράσινο φωτάκι,
στείλε μου ταχυδρομικά.. το μαύρο μου σακάκι..

Ποστάρει η αγάπη μου “φρούτο” στα σούπερ μάρκετ,
οι δίδυμες «εικόνες» της εμένα έχουν “target”,
εγώ πως θες να αντισταθώ, βρήκα τον “δάσκαλο” μου,
μοιραία και οριστικά ρουφάω πια το αυγό μου..

Έχει κι αλλού πορτοκαλιές, που κάνουν πορτοκάλια,
καθόλου δεν συγκρίνονται με τα δικά σου χάλια,
η τακτική πασίγνωστη και καθιερωμένη,
πως να ξεφύγεις δεν μπορείς, στην έχουνε στημένη!

Κι αν τώρα εσύ βουρλίζεσαι, και έχεις κοτσίδες πλέξει,
ωμή πραγματικότητα, αρέσει δεν αρέσει,
το καπελάκι μου στραβά , και απ’ εδώ παν κι άλλοι,
σε «γείωσα» προτού γενείς καταστροφή μεγάλη!

Πάνε και έρχονται καράβια

«Ηργάσθησαν με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον της τσέπης τους»
(Εκτός από αυτούς που λάκισαν)

Πουλάω κρέμες και αλοιφές για την κακή φαλάκρα
μην το παραχοντρύνετε και φτάσουμε στα άκρα
Χειρόγραφες επιστολές του Ιησού σας δίνω
και κόσμια τα σχόλια, γιατί θα το χοντρύνω..
Είναι Ευλογία του Θεού αυτό το χάρισμά μου
Άνθρωπος ιδιαίτερος, αν είμαι στα καλά μου
Πανάκριβα τα υλικά, πρέπει να βρω μια θέση
αλλιώς εις τους προμηθευτές, πρέπει να βάλω φέσι..
Βοηθάτε με συνάνθρωποι, και εγώ θα σας εκπλήξω
με τις σπονδές των ιδεών, το μέλλον σας θα χτίσω.

Γέννημα θρέμμα το μυαλό τετρακοσίων χρόνων
και η παιδεία ανάρπαστη, χυτών πευκοβελόνων
Τέτοια αριστεία πνεύματος, η Ευρώπη θα ζηλέψει
και όλες τις δάφνες από μας, ξανά θα μας τις κλέψει

Κλαυσίγελος κατήντησα, το εξομολογούμαι
και αν προσποιούμαι σοβαρός, το ψέμα, δεν αρνούμαι..

Για ποιον χτυπά η καμπάνα

Σαν ξινισμένο ανθότυρο τα μούτρα μου κοιτάζω
θρηνώ τους ψήφους που ‘χασα και κρυφό αναστενάζω
όλα τα λάθη που έκανα, γίνονται εφιάλτες
η εξουσία χάθηκε, σαν κλείσανε οι κάλπες..

Το δημοψήφισμα έχασα, που έπρεπε να χα κάνει
η μισαλλοδοξία μου τον κύκλο της δεν φτάνει
Η μέρα που τελειώσαμε, έφτασε που να πάρει..
Μπορεί κανείς να το δεχθεί; Να πάρει έστω χαμπάρι;

Κρίμα τα κότερα, αλί, και οι τσάρκες στα πελάγη
τώρα μου φέρνουν ίλιγγο και στο στομάχι άλγη
βαριά του Πάνου η σκιά, του άντρα που αγαπάει
και αν φύγει ένα σούρουπο, μετά πετροβολάει..

Αλλοίμονο σε μένανε και στην κακή μου τύχη
Πρώτος υπήρξα κάποτε, μα έφυγε η νύφη
κι ο γάμος τώρα σχόλασε, ολοταχώς για άλλα
υπάρχουν και χειρότερα, δράματα πιο μεγάλα..

Ιδέ τους «Ανεξάρτητους» που απόμειναν μπουκάλα
Τώρα στους ξενυχτήσαντες, διαμοιράζουν γάλα..

Χαμόγελο

Σαν το δικό σου το χαμόγελο
μωρό μου, δεν υπάρχει άλλο
Όλος ο κόσμος μες τα μάτια σου
μου μεγαλώνει το μεγάλο

Φεύγουν τα απόνερα της πίκρας μου
ανθίζουν όλα τα λουλούδια
Η σκάλα του θεού απλώνεται
για να κατέβουν αγγελούδια

Τρελή από αγάπη

Στης νύχτας έρχεσαι τα βράδια μες την καρδιά για να ξαπλώσεις
σαν επισκέπτης που θα φύγει, μόνο το στίγμα σου να δώσεις
Με το σπασμένο το ποτήρι μέσα στα χέρια τα δικά μου
πίνω της μνήμης τους καφέδες, χαμένη απ’ τα λογικά μου

Τρελή απ’ αγάπη. έτσι λένε, ψίθυροι όταν μ’ αντικρύζουν
όμως καρδιά σαν την δική μου, με τίποτα, δεν την φοβίζουν

Που φίλιωσα την μοναξιά μου, μόνη διέξοδος την νύχτα
αφού τα χείλη τα δικά σου, δεν ψιθυρίζουν καληνύχτα
Ζεστό το αίμα μου ακόμη, δες το, για σένανε αχνίζει
Είτε το αξίζεις είτε όχι, ότι σε αγάπησα θυμίζει

Νίκησα

Νίκησα τους φόβους μου τα βράδια
σαν με πνίγει η νύχτα η σιωπηλή
Νίκησα της σκέψης τα σημάδια
ρίχνοντας νερό μες το κρασί

Νίκησα τον χρόνο που κυλάει
θέλοντας να σβήσει την πληγή
Νίκησα την τύψη που ζητάει
μέσα στην συγνώμη να καεί

Νίκησα τις έγχρωμες σελίδες
που βαλα στο τέμπλο το κενό
Νίκησα τις άτυπες σφραγίδες
που χα γράψει πάνω σ αγαπώ

Νίκησα όλα αυτά που με νικήσαν
βάζοντας για φόντο το λευκό
Νίκησα αυτούς που μ «αγαπήσαν»
και ύστερα ξορκίσαν το κακό