Ζωοδότης ήλιος

Έφυγες κάτω απ’ τα σκεπάσματα μια μαύρη νύχτα σαν τον κλέφτη
Είχες το πρόσωπο αόρατο να μην φανεί μες τον καθρέφτη
Βύζαινε η αγάπη απ το στήθος σου “αλήθειες” για να μεγαλώσει,
και τις προθέσεις δεν κατάλαβε, του δολοφόνου, να σκοτώσει..
Εγώ σιρίτια για τους ώμους μου δεν ζήτησα ούτε θα πάρω,
κι έστελνα φως μες το σκοτάδι σου, σαν τον παντέρημο τον φάρο..
Την ζεστασιά μου δεν ορμήνεψες με πράξεις όπως είχα ντύσει,
τσιγγάνα βρήκες μες στον δρόμο σου, τα άλυτα ” μάγια ” σου να λύσει..
Ντροπή δεν είχες ούτε ένοιωσες σαν σφάλιζες μες το σκοτάδι,
ψυχή που έτρεμε απ’ το φόβο της, να προχωρήσει στο σκοτάδι..
Δεν κλαίω πάνω στα χαλάσματα
Ήταν φτιαγμένα για να πέσουν
Κλαίω για το μέγεθος της πλάνης μου
κι αλήθειες γράφω, κι ας πονέσουν
Κοιτώ στο βάθος του ορίζοντα
τον ήλιο να βγει περιμένω.
και ζωντανή ψυχή και σώματι
θα οδηγήσω το γραμμένο.

Η «συνεντευξιαζόμενη» Μέδουσα, και ο «εκλιπών» εγκέφαλος

ΠΕΙΝΑΛ (Πεινασμένοι «Αλμπανοί»)

Φωφίκα
Βάλαμε υποψήφιο Ελληνοποιηθέντα
να ομιλεί Ελληνικά, μέσα στα παρλιαμέντα
Χύμα η ιθαγένεια, διανομή κατ’ οίκον
λύση ορθή και συνετή, παίδων, υπερηλίκων..
Στης ψήφου μέσα το κουτί η «δόξα» επιβάλλει
να μπούνε υποψήφιοι με απήχηση μεγάλη
Το κόμμα έκανε κοιλιά, πρέπει να την μαζέψει
στις προσεχείς τις εκλογές, τις δόξες του να δρέψει..
Ο λόγος μας συμβόλαιο ήταν και παραμένει
μες τους στραβούς, μονόφθαλμος, ως υγιής θα βγαίνει..
Αυτή η περούκα πέταξε, σαν φύσηξε ο αγέρας
και εγώ χτενίζω τα μαλλιά, μετά το φως της μέρας,
Η τουρλακίδα χάθηκε, μαζί και το κανό της
Μην έπεσε στη θάλασσα, μην είναι στο βυθό της;
΄Εκανα πέτρα την καρδιά, τον δέχθηκα μαζί μας
Ζητώ συγνώμη απ’ τον λαό, για αυτή την συνταγή μας.
Δυο γαιδουριώνε άχυρα, δεν ξέρει να μοιράσει
ας κλάψει κι ας ξεμαλλιαστεί, όποιος μπορεί να κλαύσει..
Δυναμική ως αρχηγός, είμαι υποταγμένη
σε όποιον πάρει την πρωτιά, που είναι καβατζωμένη.
Θα μου μαυρίσει το μαλλί, με τόση καρβουνίλα..
Ελπίζω το αποτέλεσμα μην είναι μαύρη νίλα..

Αλέκσης
Μεγάλος καταποντισμός, αγοροπωλησίας
Πληρώνω τις συνέπειες αυτής της μεσιτείας
Σαν ξυνισμένο ανθότυρο τα μούτρα μου κοιτάζω
θρηνώ τις ψήφους που χασα και βαριαναστενάζω
Οι απερισκεψίες μου έγιναν εφιάλτες
Η εξουσία σαν μετρό άδειο από επιβάτες
Το δημοψήφισμα έφταιξε, που έπρεπε να χα κάνει
η μισαλλοδοξία μου τον δρόμο της τον χάνει
Η μέρα που τελειώνουμε έφτασε που να πάρει
(ποιος δυνατός θα το δεχθεί, θα πάρει έστω χαμπάρι;)
Κρίμα τα κότερα αλί, και οι βόλτες στα πελάγη
τώρα μου φέρνουν ίλιγγο, και στο στομάχι άλγη
Βαριά του Πάνου η σκιά, του άντρα που αγαπάει
που αν φύγει ένα σούρουπο, μετά πετροβολάει..

Ποινικός ” αποκωδικοποιητης”

Κρύφτηκα μες το κέρατο βοδιού για να γλυτώσω
(Τον Ποινικό τον Κώδικα πρέπει να διορθώσω)

Βοηθάτε με Συνέλληνες και τον καλό τον λόγο,
πείτε, γιατί στις εκλογές, θα φτιάξω έναν μπόγο,
ρούχα, παπούτσια, αλλαξιές, να πάω Γερμανία,
(για να μου δώσει η ΄Ανγκελα, την θεία κοινωνία..)

Ότι μπορούσα έκανα, δεν είμαι κανας μάγος,
ως συμπαθής δικτάτορας μου τέλειωσε ο πάγος,
και τα στυλό ξεράθηκαν μετά την συμφωνία,
ελάκισε και ο Νίκος μας, μια σκέτη τραγωδία..

Μην δω κανείς να μειδιά, και να με σχολιάζει,
για μας εδώ συννέφιασε, για άλλους γλυκό χαράζει..

Αντέστε να ψηφίσετε εις τις 7 του Ιούλη,
αλλιώς θα σας κατσικωθεί το σύνδρομο του Κούλη..

Χορωδία Λαού
Στις 7 του Μακαρίτη, άλλον έβαλα στο σπίτι..

Χάρτινος κόσμος

Τόσες και τόσες αγκαλιές κλεμμένες συλλογίσου
ήμουν το ορμητήριο να κρύψεις το κορμί σου
κι όλα μια βεβαιότητα είχανε στις κινήσεις
για τον εχθρό που κρύβονταν, κι ήθελε να μ’ αφήσεις

Τώρα ψυχή ο στεναγμός να βγει έξω δεν έχει
Το σώμα αυτή την ερημιά που το πονάει, αντέχει,
κι είναι οι μέρες βιαστικές να φύγουν να περάσουν
της προδοσίας τα δεσμά, που τις κρατούν να σπάσουν

Χάρτινο κόσμο έφτιαξα, εσύ ήσουν το φυτίλι
που άφησε στάχτη το όνειρο, που ‘σβησε μες το δείλι
κι όσες συγκρίσεις έγιναν, άτοπες, δεν μ’ αγγίζουν
πως ξέρω εγώ να αγαπώ, για πάντα, σου θυμίζουν

Κινούνται οι μαριονέττες σου μπρος πίσω απ την ανάγκη
κάτι να αποδείξουνε, χαλκός για το διαμάντι,
Όταν εγώ γεννήθηκα έβρεχε, κι είχε κρύο
και έφτιαξα θέση στην καρδιά, να στεγαστούνε, δύο.

Αύριο δεν έχει τώρα πια, για αυτούς που δεν πονάνε
για αυτούς που όταν ξεκόβουνε, τι γκρέμισαν, ξεχνάνε
για αυτούς που την συγχώρεση την ξέχασαν σαν λέξη
και καρτερούν ολόνυχτα, την μέρα, για να φέξει..

Η υποψηφιότητα είναι μισή εκλογή..

Ποιος κρεμασμένος, ποιο σκοινί
ποιο πράσινο σαπούνι;
Στο βούρκο μου θα κυλιστώ
σαν καθαρό γουρούνι..

Τσίπα δεν έμεινε σταλιά
μουγκή να ήμουνα τώρα
ως ο βρεγμένος την βροχή
την αγνοεί την μπόρα..

Στο ΄Αδη μέσα οι φωνές
έρχονται Ερινύες
και φτύνουνε κατάμουτρα
κοστούμια με κυρίες..

Εμείς πολίτες δεύτεροι
κρατιόμαστε απ’ τα δόντια
Γιατί αυτοί που «έφυγαν»
δεν θα γεννούν γερόντια..

Αλέκσιος ο Πορθητής

Μες σε σφιχτό εναγκαλισμό
με όλους τους «μετανάστες»
άναψες πράσινο το φως
για όλους τους δυνάστες..

Μήπως αυτοί σε εξέλεξαν;
Αυτοί να σε χαρούνε..
Εμείς το φως της λευτεριάς
στα μάτια μας να δούμε..

Χαράζει η ανατολή
η μέρα όμως δεν φτάνει
Απότομα τα βράχια μας
και πουθενά λιμάνι

Της ξενιτιάς μας ο καημός
ραβδίζει τα παιδιά μας
χώρα συλλέκτης των οστών
η μαύρη αγκαλιά μας..

Εσύ που έταξες πολλά
μία από τα ίδια
΄Ασε τα λόγια τα ζαβά
και βγάλε τα σκουπίδια..

Ευτυχώς, χειροτερεύει..

Σ’ αγάπησα τόσο πολύ που πρέπει να σε χάσω,
τις ευτυχείς προοπτικές μήπως και ξαναφτιάξω,
μου βάλανε και στο λαιμό μαχαίρι για να φύγω,
έτσι μου αναπτέρωσαν το ηθικό για λίγο..

“Αυτογνωσία” απέκτησα, εσύ το χεις για λίγο;
Ως χθες αναρωτιόμουνα, να μείνω η να φύγω,
εντέλει όμως άναψε το πράσινο φωτάκι,
στείλε μου ταχυδρομικά.. το μαύρο μου σακάκι..

Ποστάρει η αγάπη μου “φρούτο” στα σούπερ μάρκετ,
οι δίδυμες «εικόνες» της εμένα έχουν “target”,
εγώ πως θες να αντισταθώ, βρήκα τον “δάσκαλο” μου,
μοιραία και οριστικά ρουφάω πια το αυγό μου..

Έχει κι αλλού πορτοκαλιές, που κάνουν πορτοκάλια,
καθόλου δεν συγκρίνονται με τα δικά σου χάλια,
η τακτική πασίγνωστη και καθιερωμένη,
πως να ξεφύγεις δεν μπορείς, στην έχουνε στημένη!

Κι αν τώρα εσύ βουρλίζεσαι, και έχεις κοτσίδες πλέξει,
ωμή πραγματικότητα, αρέσει δεν αρέσει,
το καπελάκι μου στραβά , και απ’ εδώ παν κι άλλοι,
σε «γείωσα» προτού γενείς καταστροφή μεγάλη!

Πάνε και έρχονται καράβια

«Ηργάσθησαν με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον της τσέπης τους»
(Εκτός από αυτούς που λάκισαν)

Πουλάω κρέμες και αλοιφές για την κακή φαλάκρα
μην το παραχοντρύνετε και φτάσουμε στα άκρα
Χειρόγραφες επιστολές του Ιησού σας δίνω
και κόσμια τα σχόλια, γιατί θα το χοντρύνω..
Είναι Ευλογία του Θεού αυτό το χάρισμά μου
Άνθρωπος ιδιαίτερος, αν είμαι στα καλά μου
Πανάκριβα τα υλικά, πρέπει να βρω μια θέση
αλλιώς εις τους προμηθευτές, πρέπει να βάλω φέσι..
Βοηθάτε με συνάνθρωποι, και εγώ θα σας εκπλήξω
με τις σπονδές των ιδεών, το μέλλον σας θα χτίσω.

Γέννημα θρέμμα το μυαλό τετρακοσίων χρόνων
και η παιδεία ανάρπαστη, χυτών πευκοβελόνων
Τέτοια αριστεία πνεύματος, η Ευρώπη θα ζηλέψει
και όλες τις δάφνες από μας, ξανά θα μας τις κλέψει

Κλαυσίγελος κατήντησα, το εξομολογούμαι
και αν προσποιούμαι σοβαρός, το ψέμα, δεν αρνούμαι..

Για ποιον χτυπά η καμπάνα

Σαν ξινισμένο ανθότυρο τα μούτρα μου κοιτάζω
θρηνώ τους ψήφους που ‘χασα και κρυφό αναστενάζω
όλα τα λάθη που έκανα, γίνονται εφιάλτες
η εξουσία χάθηκε, σαν κλείσανε οι κάλπες..

Το δημοψήφισμα έχασα, που έπρεπε να χα κάνει
η μισαλλοδοξία μου τον κύκλο της δεν φτάνει
Η μέρα που τελειώσαμε, έφτασε που να πάρει..
Μπορεί κανείς να το δεχθεί; Να πάρει έστω χαμπάρι;

Κρίμα τα κότερα, αλί, και οι τσάρκες στα πελάγη
τώρα μου φέρνουν ίλιγγο και στο στομάχι άλγη
βαριά του Πάνου η σκιά, του άντρα που αγαπάει
και αν φύγει ένα σούρουπο, μετά πετροβολάει..

Αλλοίμονο σε μένανε και στην κακή μου τύχη
Πρώτος υπήρξα κάποτε, μα έφυγε η νύφη
κι ο γάμος τώρα σχόλασε, ολοταχώς για άλλα
υπάρχουν και χειρότερα, δράματα πιο μεγάλα..

Ιδέ τους «Ανεξάρτητους» που απόμειναν μπουκάλα
Τώρα στους ξενυχτήσαντες, διαμοιράζουν γάλα..