Το κάλεσμα

Πάνω στο χέρι σου το χέρι μου
για χρόνια το χα ξεχασμένο
ένοιωθα ότι αν τελείωνε
του χρόνου θα ήταν πεπρωμένο
Εσύ τον χρόνο δωροδόκησες
Ο πρώτος σίγουρα δεν είσαι
Πικρές αλήθειες μες τα ψέματα
Προτέρημα να προσποιείσαι
Ίδιας πληγής τα μαχαιρώματα
κι ας είχε κλείσει από χρόνια
μες τα καινούρια σου δολώματα
θα μηρυκάζεις την συμπόνια
Ποιος σου φυγάδεψε το όνειρο
Μονάχος σου δεν το μπορούσες
Ξέχασες τάχα πως ξεκίνησες
με ποιους ανέμους προχωρούσες
Έχει έναν ήλιο που σορόπιασε
πάνω στο μέλι της καρδιάς μου
απ την αρχή τα ξύλα στρώνονται
της ολογκρέμιστης φωλιάς μου
Εκεί θα μείνω για το κάλεσμα
Θεού και μοίρας της σειράς μου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *