Αν ήμουν Αστραπόγιαννος για να σας τιμωρήσω
ποτέ δεν θα αποφάσιζα κανέναν να ψηφίσω
απ’ όσους έταξαν λαγούς και πετραχήλια πλείστα
μα τα ρολά κατέβασαν και μας δηλώσαν «κλείστα»

Σαπίζουν τα αυτοκίνητα, τα της δεκαετίας
αφού δεν είναι δυστυχώς νέας τεχνολογίας
υπέρογκα τα έξοδα, όπως τα ψέματά τους
ψιλό γαζί το δούλεμα, «φιλώ» τα κυβικά τους

Βγάλατε και τα τέλη μας, εισπράξεις φωσφορίζουν
εδώ ο κόσμος καίγεται, βαρκούλες αρμενίζουν
η εγχείρηση επέτυχε, ο ασθενής πεθαίνει
πρώτα οι ψυχές πολιτικών, μετά το χούϊ βγαίνει

Τέλη «θέτε» πουλάκια μου, άντε να μου χαθείτε
μυαλό αν έβαζε ο λαός, τάματα για να βγείτε
θα κάνατε περίλυποι στης Παναγιάς την χάρι
κι ο ουρανός θα μαύριζε, θα έφευγε το φεγγάρι

Να ’μαστε όλοι εδώ σφιχτά δεμένοι
με μύριες λέξεις στοιβαγμένες μες τις μάσκες μας
στο δάγκωμα της νόσου υποτακτικοί
και η απαγόρευσή μας το αντίδοτο
Να μην με κρίνεις που φωλιάζω στο λαγούμι μου
σκυμμένη στο βυθό των όποιων φόβων μου
χωρίς να ζω, τούτη η ζωή, που θέλει τον αφανισμό της,
φτιασιδώνεται ξεγελασμένη..
Χαμένοι εναγκαλισμοί, εγκλωβισμένες χειραψίες
θα σ’ αγαπήσω όταν μπορέσω, μην ανησυχείς..
Σβήνει ο χρόνος όλες τις λέξεις και τα συναισθήματα
Εδώ για σένα ήταν κάποτε
Εδώ για εκείνους είναι τώρα
Μωρό η ελπίδα μπουσουλάει στα γεννοφάσκια της
Η φύση την αλήθεια προσκυνάει
Εσύ μονάχος προσευχή θα πεις
με μια ταπείνωση ικεσίας

Ποιος θα σε κλάψει σταυραετέ που χεις χαθεί στο χώμα; μόνο μια μάνα δύστυχη που στην ψυχή είναι λιώμα;

Δολοφονήθηκες κι εσύ φριχτά για την πατρίδα, στα καθαρά τα μάτια σου έβλεπες την ελπίδα.

Δεν ήσουν στην πολιτική, δεν σε είχαν στιγματίσει, η αγάπη για την λευτεριά σε είχε κατακτήσει

Ποιας δόξας φωτοστέφανο ψάχνει να σε κυκλώσει; εδώ είναι νύχτα αδελφέ, δεν έχει ξημερώσει.

Ένας αόρατος εχθρός πάντα μας γύρω φέρνει
μας στήνει τις παγίδες του, μα δεν τα καταφέρνει..

Κει όπου βρίσκεσαι θα ‘ρθουν κι άλλοι από μας να σε βρουν, μην νοιώθεις ολομόναχος, σκέψεις μην σε πλανεύουν.

Στην αγκαλιά της Παναγιάς και στου Θεού τα χέρια, εκεί είσαι Κωνσταντίνε μου, στον ουρανό, στα αστέρια,

και θα ζητήσουμε από σε, λίγη απ την λεβεντιά σου, και λίγη αύρα λευτεριάς σταλμένη απ’ την ματιά σου

Κάθε που σε φαντάζομαι, νοιώθω μικρή και λίγη, και ευθύνη ατελείωτη σαν φλόγα με τυλίγει,

αν ήμουνα στην θέση σου την δύναμη αν θα χα, να παραμείνω αλώβητη, μες των εχθρών την φάκα

ΑΘΑΝΑΤΟΣ θα ξαναπώ, το βλέμμα θα δακρύσει
Απ’ το χαρτί των ζωντανών κανείς δεν θα σε σβήσει!

Βγήκε το τεστ μου θετικό
Πάτησα τα εξήντα
Περίεργη η σύλληψη
δεν είμαι στα πενήντα..
΄Εδωσα και το έναυσμα
να κινδυνολογήσουν
όρνεα «ενημέρωσης»
που θα καταμετρήσουν..
Κυοφορώ τους φόβους σας
χωρίς να καταλάβω
πως γίνεται ανέγγιχτη
κορώνα να συλλάβω..

Δροσοσταλίδα μου μικρή
κυκλάμινο μικρό μου
είσαι της νύχτας το πρωί
ραβδί και μαγικό μου

Ματάκια που χαρίζουνε
του δάσους την γαλήνη
της θάλασσας την κίνηση
το φως στην σκοτοδίνη

Την τρυφερή σου την μορφή
την νύχτα που κοιμάμαι
την κλείνω μέσα στο όνειρο
μόνη να μην φοβάμαι

Όσα τραγούδια και να πω
για σένα θα είναι λίγα
στην χούφτα μέσα σε κρατώ
μικρή δροσοσταλίδα

Έλα κυκλώνα να χαρείς
Έλα για να γλυτώσω
Απ’ του ιού το πλύσιμο
τα χέρια μου θα λιώσω

Φόρα την μάσκα σου κι εσύ
ίσος προς ίσον να’ ‘μαι
αν είναι να κολλήσουμε
αυτό γραμμένο θα ‘ναι

Φύσα κυκλώνα φύσηξε
μάζεψε τα σκουπίδια
βαλε τα ζώα στο μαντρί
τα πρόβατα, τα γίδια

Φώναξε και τους ειδικούς
εξέταση να κάνουν
μες του κυκλώνα το θυμό
το PCR να βάνουν

Στο μάτι σου το στόχαστρο
άμα τυχόν και γίνω
ποια θα ναι η εξέλιξη
εγώ τι θα απογίνω;

Μου έπεσαν ήδη τα μαλλιά
απ τα άλλα που περνάω
και τις ακρίδες που θα ‘ρθουν
προβλέπεται να φάω

Αν άξιζες να σ’ αγαπώ ποτέ δεν σκέφτηκα
όταν το χέρι σου κρατούσε το δικό μου
τα κρύα βράδια του χιονιά όταν με ζέσταινες
πήρες δικό σου το φτωχό το σ’ αγαπώ μου

χωρίς ψυχή πώς να βαδίσεις μες την νύχτα σου
ξεγυμνωμένες αυταπάτες πώς να σβήσεις
κρατάς στο στόμα όλες τις λέξεις που θα έλεγες
σ’ ένα κορμί με κοιμισμένες τις αισθήσεις

Στης λογικής ποτέ δεν μπήκα εγώ την βάσανο
ότι με φόβιζε το ξόρκιζα να φύγει
σου ‘δωσα δύναμη να βρεις δρόμο ελεύθερο
και εσύ σκοινί για το λαιμό που να με πνίγει

Σκύλος αν ήμουν άγριος, φίμωτρο θα φορούσα
στα μέσα της μεταφοράς όταν κυκλοφορούσα
θα δάγκωνα από μέσα της θα γαύγιζα με λύσσα
όποιον με κοίταζε λοξά, στα πόδια του τα τσίσα

Με βρήκαν όμως αφελή, στα δύο μου τα πόδια
Μου κόβουν την αναπνοή, μου βάζουνε εμπόδια
Κι όπως θαυμάζω το φιλί Μακρόν σε Μητσοτάκη
χωρίς κανένα φίμωτρο, το πίνω το χαπάκι

Μήπως είναι στο κούτελο η όποια ένδειξή μου
για να γλυτώσω πρόστιμο φορώ και το βρακί μου
αρκεί να είναι καθαρό, φρεσκοσιδερωμένο
για να μπορέσω να διαβώ της μοίρας το γραμμένο.

Είχες την λάμψη της πανσέληνου
στο βλέμμα μου, μικρή μου αγάπη
όταν στο πλάι μου περπάταγες
και μοιραζόμασταν το κάτι
Θάμπος στα μάτια μου κι ας το ‘ξερα
της φαντασίας μου ήσουν πλάσμα
στα βράχια χτύπησε η τύχη μας
μες του απρόβλεπτου το κλάσμα
Όταν η κλίση στο καράβι μας
πήρε τον δρόμο του βυθού της
έγινε σύννεφο η λάμψη τους
και μαύρη μπόρα του χαμού της
Τούτη η πανσέληνος που φώτισε
της απουσίας τα σκοτάδια
γεμίζει το κενό που άφησαν
της προδοσίας τα σημάδια
Αυτή η καρδιά μου που σταυρώθηκε
και για την λήθη σου παλεύει
πως ζει η αγάπη στην αλήθεια της
λέει δυνατά, και το πιστεύει

Αυτό το γεωτρύπανο σκάλωσε που να πάρει
εκεί που ξέρει όμως αν μπει, θα γίνουμε ζευγάρι
κάθε που σεκλετίζομαι ένα τζαμί ανοίγω
και από τους διαλόγους μας, δηλώνω πως θα φύγω

΄Ολο φοβέρες και απειλές, σαν κεραυνός χτυπάω
και στο Αιγαίο πρόσφυγας πετρέλαιο ζητάω
Φωτιές ανάβω συνεχώς, το ακαταλόγιστό μου
παράσημο στους ώμους μου, στάχτη στο πρόσωπό μου

Χτυπούν τηλέφωνα βουβά, για να με συνετίσουν
και οι αντίπαλοι κοιτούν, ούτε που να με φτύσουν
να αλλάξω στάση μου ζητούν, και με χαϊδολογάνε
μα σαν θυμώσω θα κρυφτούν, δεν θα χουν που να πάνε

Προφήτης τους προέκυψα, κι ας μην τα αναγνωρίζουν
Τα δυο μου διαβολόμματα χάντρες που φωσφορίζουν
Γελώ και δέρνω, με φωνή, σκληρή σαν τον γρανίτη
και σαν αρκούδα τους τραβώ, με τον χαλκά στην μύτη