Σαν πήρα το όπλο και έφυγα με σκάγια φορτωμένος
δεν ήξερα πως ήμουνα από γεννησιμιού χαμένος
το δύστυχό μου το σκυλί βγήκε να ξεμουδιάσει
όχι λαγούς και πέρδικες στο δάσος για να πιάσει..
Τα δέντρα όλα με φτύνουνε ντροπή σου μου φωνάζουν
και όσα μπορούν πετούμενα τις κοτσουλιές μου στάζουν
μα εγώ εκεί ατρόμητος χαμπάρι που να πάρω
έχω καθήκον ιερό και συνεργό τον χάρο
Πρέπει η φύση σήμερα τον κύκλο της να κάνει
και στην σειρά τα φονικά του κυνηγού να βάνει..

Είναι το τελετουργικό δομή της εξουσίας
σκοτώνοντας να ενεργείς σε θέματα ουσίας
παίρνοντας σαν παράδειγμα πολέμους και θανάτους
(που όλους τους καταδίκασαν και τους βαφτίσαν σκάρτους)
Μα θα ήταν τιμιότερο αφού θα κυνηγήσω
το νεκρικό μου το πουλί μόλις θα το ξυπνήσω
να σημαδέψω και να πω, άντε και στο καλό σου
βρήκες αυτό που άξιζες, τον τέλειο κυνηγό σου..

Τι λόγια να πω
φωτιά και νερό
και τα άλλα της γης
τα στοιχεία
να πέσουν μαζί
σε τούτη την γη
ξανά να γραφεί ιστορία

Ούτε ένα καλό
δεν έχω να δω
στο διάβα του ανθρώπου
τα χρόνια
θηρίο σωστό
δεν ξέρει θαρρώ
τι είναι καρδιά και συμπόνοια

Ξεχνάς, τι ήμουνα για σένα κι όλα αυτά τα χρόνια μας τα περασμένα τα ρίχνεις μέσα στην φωτιά

Ξεχνάς ποιος έτρεχε κοντά σου στα επικίνδυνα τα βήματα σου, να σου γιατρεύει την καρδιά

Ξεχνάς εγώ τι θα απογίνω όταν μοναχή μου θα μείνω σαν πρόσφυγας της ξενιτιάς

Ξεχνάς πως είχα μόνο εσένα και είναι τα χέρια μου κομμένα που τώρα πια δεν μ’ αγαπάς

Ξεχνάς να δεις τι θα χες γίνει αν δεν βρισκότανε «εκείνη» να σου ζεστάνει την καρδιά

Ξεχνάς μα όλα τα δίκια θα σου δώσω, που δεν αντέχω να σκοτώσω τις μνήμες μας που ξεπουλάς

Ξεχνάς μα εγώ δεν θα μαλώσω, ούτε με μίσος θα πληγώσω αυτόν που με έριξε βαθιά,

Γιαυτό
Σε αυτούς για σένα που ρωτάνε, στο δρόμο που με συναντάνε, είσαι θα πω στην ξενητειά

Τα κινήσεως σημαντικά
Έλα ρε μακάκα
Κάτσε ρε μακάκα
Σήκω ρε μακάκα

Τα ερωτήσεως σημαντικά
Που σε ρε μακάκα
Γιατί ρε μακάκα
Αλήθεια ρε μακάκα

Τα επιδόσεως σημαντικά
Πάρτα ρε μακάκα
Να ρε μακάκα

Τα ευχών σημαντικά
΄Αει μαμήσου ρε μακάκα
΄Αει πνίξου ρε μακάκα
΄Αει χάσου ρε μακάκα
΄Αει στα τσακίδια ρε μακάκα

Τι σας πειράζει η μαϊμού;
πάνω στο δέντρο που και που
τρώει την μπανάνα και γελά
νεύει, υποτιμητικά..
Το ταγεράκι είναι κλισέ
το προσωπάκι της πλισέ
κρύψου ξανά μες την φωλιά σου
να μην κρυώσουνε τα αυγά σου..

Τι ήρθες στην χώρα μας να κάνεις
αφορισμένε Γερμανέ
είναι η επέτειος του ΟΧΙ
θα βγούμε βόλτα αγκαζέ;

οι δυό μας όταν γνωριστούμε
και στο ξημέρωμα κοντά
σαν πω για αποζημιώσεις
βγάλε αν θες εσύ μιλιά

Λαός
στον τόπο του εγκλήματος
ξυπνούν οι μνήμες όλες
με τα εγκλήματα νωπά
στων «άριων» τις σόλες

Όλη μέρα το φορτίζει
και με μύρο το ραντίζει
μην τυχόν και το βασκάνουν
και τα Kw δεν φτάνουν

Τι κακό μας βρήκε πάλι
άλλη έννοια στο κεφάλι
όλη μέρα με την πρίζα
(για την πράσινη την μίζα..)

Αν δεν το ‘ψαξες με γεια σου
τα καινούρια κυβικά σου
να σε δω που θα το δώσεις
όταν θα το μετανοιώσεις

Κι όπως χορεύαμε στα σύννεφα
αυτό το χέρι σου που με κρατούσε
μ’ άφησε
η γη απότομα πως πλησιάζει
τα θαμπωμένα μάτια μου
κεριά σβησμένα στο σκοτάδι σου
μα εγώ είχα φως
πως χάθηκε στα χρόνια τα παράλογα
για ποιους ξοδεύτηκε;
ποιο όνομα μπορεί στο κάλεσμα να
αποκριθεί αν όχι το δικό μου;
κανείς το δίχτυ του για μένα δεν θα
ανοίξει
και οι μνήμες πια δεν έχουνε ταυτότητα

Να ζήσετε να μας θυμάστε
στων εκλογών τον μαύρο χρόνο
το αποτέλεσμα θα δώσει
πίκρα αφόρητη και πόνο

Τα αποκαΐδια της πατρίδας
μες την ατμόσφαιρα πλανώνται
η αδράνεια και η σκευωρία
στην μνήμη μας να συναντώνται

Μακροβιότερη να γίνει
αυτή η βρώμικη ζωή μας
δεν γίνεται, κι ας την τραβήξεις
έχει το μήκος της ψυχής μας

Η δυστυχία και ο τρόμος
είναι το έργο μας για χρόνια
μέχρι αυτό να εξασθενήσει
μες του χαμού μας την κολόνια

Μέχρι ένας άνθρωπος γενναίος
τις ρίζες μας να ξεριζώσει
με άσπρο χρώμα να απαλύνει
όση ασχήμια έχει φυτρώσει

Και από το μαύρο ριζικό μας
μέλλον να βγει ελπιδοφόρο
προοπτική για τα παιδιά μας
με την ελπίδα αχθοφόρο

Αλαλαγμοί συστήματος
οι οχετοί ξερνάνε
ανάθεμα τα λόγια τους
και αυτούς που ακουμπάνε

Όλα φαντάζουν πιθανά
η φρίκη τα ομορφαίνει
μακάρι να ‘ξερε κανείς
η πλάση που πηγαίνει

Μέσα απ’ τα πόδια της ζωής
γεννιέται δυστυχία
το πρώτο κλάμα της ηχεί
του γόνου επαιτεία

Δεν είναι κόσμος τούτος πια
αγάπη να σκορπίσει
απομυζάει όλο το φώς
εχθρεύεται την φύση