Δύο χέρια μόνο
που να χωρέσουν τόση δυστυχία;

Κοιτάς τα μάτια που σε ψάχνουνε
για να βρουν την αγάπη σου,
εάν υπάρχει ..

Αδέσποτος
Απόρριψη και πείνα ασίγαστη
αυτό το είδος των ανθρώπων
αδυσώπητη ενοχή..

Δεν ξέρουν δρόμος τι θα πει
να ψάχνεις φαγητό μες τα σκουπίδια
Η μήπως ξέρουν;

Δεν ξέρουν τι θα πει “ευχαριστώ
γιατί υπάρχεις”..

Την μέρα που αδέσποτο με δέχτηκες είχες την ίδια την ζωή σου περισώσει

Tώρα με την αγάπη μου που γεύτηκες
μην το θαρρείς πως από μένα θα ξεφύγεις ..

΄Εχεις μέσα στην ψυχή σου
όσα θέλω να μου πεις
ριζωμένα στην αλήθεια
όχι λέξεις της στιγμής

Τα μάτια τα άγια
αγάπης διαύγεια
σε μένα βασίζεσαι
χωρίς να ορκίζεσαι

Κι άμα θες κοντά μου να σαι
το μισό με το μισό
θα σου πω μ’ ευγνωμοσύνη
ένα απλό ευχαριστώ

Αυτός είμαι και θα μείνω
μην φοβάσαι να αφεθείς
δεν μ’ αγγίζουν οι εικόνες
και σημάδια παρακμής

Πιστός σαν τον σκύλο σου
καλός σαν τον φίλο σου
αγνός σαν αγίασμα
στο πρώτο πλησίασμα

Παρ’ το σκήπτρο που φοράω
ταπεινός και βασιλιάς
θα κρατάω το ποτήρι
για να πιεις όταν διψάς

Δώσε το στίγμα σου αγάπη
για να κινήσω και να ‘ρθω
και ότι με βρει θα το περάσω
χωρίς να πω πως δεν μπορώ

χιλιόμετρα θα ταξιδέψω
έχω πυξίδα την καρδιά
ότι σε λάβωσε θα γιάνω
να δυναμώσουν τα φτερά

γιατί μπορώ σαν το πιστέψω
να το κινήσω το βουνό
πάνω σε πέτρα να φυτέψω
και να μυρίσω τον ανθό

Χειροκροτήματα
χειροφιλήματα
οστεωμένες αγκαλιές
και προσφωνήσεις
ότι νοστάλγησες
ήρθε μα άργησες
απ’ όσα έζησες
θα πρέπει να το σβήσεις

Εσύ μουτράκι μου
το κοριτσάκι μου
μικρές πλεξούδες
στην γαλάζια την ποδιά σου
δίνω το χέρι μου
μικρό αστέρι μου
μη μου θυμώνεις
που ζητώ να ‘ρθω κοντά σου

Σβησμένα χρώματα
απ τα πατώματα
σε ταραγμένες εποχές
με απομιμήσεις
η αγάπη νοιάζεται
και σε στοχάζεται
είναι ο δρόμος
ανοικτός να περπατήσεις

Με το κουστούμι σου γυρνάς
και καμαρώνεις
το αψεγάδιαστο μικρό σου μυστικό
πως δυσανάλογα τα όσα μας δηλώνεις
με όσα είσαι και δεν θέλεις να τα δω

Η αλήθεια είναι την αγάπη δεν την ξέρεις
είναι ένα άγνωστο για σένα μυστικό
που θα το μάθεις μόνο όταν καταφέρεις
να δεις πως γίνεται το ένα να είναι δυο

«Δεν είναι αυτό που νομίζεις»
το λες και όταν λάθος ψηφίζεις
στις φρούδες ελπίδες που τρέφεις
ξανά το θηρίο εκτρέφεις

Απάτης σκουπίδια και πιόνια
οργώνουν τα ξένα αλώνια
οι πόρτες των «χρεών» οι σπασμένες
ευχές σωτηρίας χαμένες

θα ’ρθουν και για σένα θυμήσου
ως τότε σαν πνιγμένος κρατήσου
στου γείτονα η φωτιά όταν φτάσει
ο ωχαδερφισμός θα σωπάσει

Που βγαίνει στο σφυρί η ζωή μας
θα μείνει ο θυμός μεταξύ μας
μια έχθρα στην καρδιά θα φωλιάσει
μην πεις πως και αυτό θα περάσει

Τους βλέπεις καλά, βολεμένοι..
η οδός της ελπίδας κλεισμένη
το «τόξο» το χέρι θα πιάσει
ο πρώτος σεισμός θα ξεσπάσει

Ξεσκέπαστα μένουν τα πόδια
γυμνές απορίες, καλώδια
σφιχτά στον λαιμό τους να μπούνε
το τέλος που φτάνει πριν δούνε

ανάρπαστες ειδήσεις σφαγμένες
σε γκρίζες οθόνες σβησμένες
γαλάζια ζωή είσαι στόχος
σε σπρώχνει ο ξυπόλητος λόχος

Τόσους μήνες περιμένω
βρε μωράκι μου γλυκό
πότε είσαι κρυωμένο
πότε δεν μπορώ εγώ

δαγκώνω σίδερα
θα έρθω σήμερα
άλλο δεν περιμένω
τα δυο χεράκια σου
και τα χειλάκια σου
όνειρο λατρεμένο

είσαι ο χτύπος της καρδιάς μου
και χωρίς καρδιά δεν ζω
το κουδούνι θα χτυπήσω
να μου ανοίξεις να σε δω

Παιδεραστίες, βιασμοί
και γυναικοκτονίες
φοριούνται καθημερινά
σε σπίτια και πλατείες

Οι νόμοι ξεσκονίζουνε
το μαύρο τους το χάλι
και τα σκουλήκια δοκιμές
κάνουν μες το τσουκάλι

Αυτός είναι ο κόσμος μας;
τιμή μας και καμάρι
έγινε η μετάλλαξη
σε γάτα το λιοντάρι

Ποια εξιλέωση θα ρθει;
ντροπή και καταδίκη
έξω ξανά κυκλοφορεί
το «άσπρο» το ποντίκι

έβγαλε κάλους η φθορά
στα έρμα δάχτυλά μας
και τις βαλίτσες έφτιαξε
η δύστυχη χαρά μας

Είμαι θηρίο απρόσωπο
Ηλίας Κώστας Γιάννης
και το γνωστό ψευδώνυμο
επικοιστής αλμπάνης