Σαν αλαζόνας προχωρώ πάνω στην άμαξά μου
και αλλοίμονο σε όποιον βρεθεί, δίπλα μου
ή κοντά μου, αμέσως το μικρόβιο αυτό θα τον
προσβάλει (και από δω παν κι’ άλλοι..)

περιουσία μυθική είχα από παιδάκι,
και όταν στον θρόνο κάθισα (έπιασα το λαυράκι)
αμέσως το στοιχείο μου βρήκα να διαπρέψω
σαν παραστεί ο κίνδυνος σήμα για να εκπέμψω (112)

δεν έμεινε μια σπιθαμή άκαυτη που να πάρει
της ηγεσίας θηρευτής των ψήφων σας καμάρι..

Συνομιλίες αδιάφορες
και αδικίες κατάφορες
βαθιές ρυτίδες που χάραξα
σε αβαθή καταστάλαξα

Πολλές αγάπες που φύγανε
μέσα μου δέναν και λύνανε
ποτέ καμιά δεν νοστάλγησα
πάντα βιαζόμουν μα άργησα

Παιχνίδια μοίρας ανώφελα
να τα κρατήσω δεν όφειλα
δώσαν ότι ήταν να δώσουνε
ευθύνες να μου φορτώσουνε

Τα περασμένα φιλιώσανε
κλάψαν αυτόν που σκοτώσανε
τα σκηνικά δεν αλλάζουνε
φιλιά μαχαίρια ταιριάζουνε

Προτού να σβήσει η φωτιά στης φύσης τα «καμένα»
εγώ έβγαλα την άδεια, που σκέφτομαι εσένα
ξενοδοχείο θα χτιστεί «του δάσους η θυσία»
να εξευμενίσω τους θεούς, λαού ετυμηγορία..

Τα δέντρα δεν χρειάζονται, πλούσιος σαν θα γίνεις
θα έχεις εναλλακτικές σε ποια χώρα θα μείνεις
παίρνεις το «αερόπλοιο» στην Αφρική πηγαίνεις
με λίγα λόγια και απλά, λεφτάς λύνεις και δένεις..

Εμείς ποδηγετήσαμε και την κακούργα φύση
να κουρευτεί γουλί, γουλί, κλαδί να μην ανθίσει
πάνω στον θρόνο ο αρχηγός το σκήπτρο του κρατάει
ανάθεμά του, του κακού την γλώσσα που μιλάει..

Μας βρήκαν τόσες συμφορές μα εμείς καλά κρατάμε
οι τσέπες να χουνε λεφτά για να σας κυβερνάμε
μας ‘μαθαν πως ξαπλώνουμε γελάνε και οι πέτρες
στου πέλαγου το δίκαιο γινόμαστε επαίτες..

Φωτιά να καίει απ την μια, θάλασσα απ’ την άλλη
μες το κατακαλόκαιρο θα φτιάξουμε κεφάλι..

Πότε ο ΄Αδης έδιωξε την γη για να την κάψει
και εκεί που ζουν οι «ζωντανοί» έχει φωτιές ανάψει;

σαν μυστικό επτασφράγιστο γυρίζει η αλήθεια
να ξεκλειδώσει τις ζωές να ψάξει για βοήθεια..

εμείς ανήμποροι δειλοί με σφραγισμένα μάτια
μετράμε πάλι τις πληγές και χίλια δυο κομμάτια,

είναι οι ψυχές, που τριγυρνούν μέσα στα αποκαΐδια
μες τις ψευτιές που ακούγονται, τα ίδια και τα ίδια..

άκου την σάλπιγγα κουφέ, η ώρα θα περάσει
και αυτό το τραίνο δεν θα ρθει στην τελευταία στάση

άργησες και εισιτήριο δεν έβγαλες ακόμη
και όπου κι αν τρέξεις φεύγοντας, είναι κλειστοί οι δρόμοι..

μια αχτίδα ήλιου να φανεί, και εσύ αρματωμένος
θα αναρωτιούνται οι λογικοί, που πάει ο σκοτωμένος;

χίλια καντήλια άναψαν, οι ζωντανοί πενθούνε
γιατί την λέξη λευτεριά ποτέ δεν θα την πούνε..

Ας ήτανε να έφευγαν στην θέση σας εκείνοι
με τις βαριές του κάτω κόσμου συνειδήσεις
που είναι πολλοί κι αν ακουστούνε στις ειδήσεις
μια ανακούφιση στο στήθος θα φυτρώσει

Για εσάς το κρίμα του χαμού είναι μεγάλο
μέχρι και ο χάρος θα θελε να το αποτρέψει
και στους προδότες το δρεπάνι του να στρέψει
απ’ όλα τα άδικα ετούτο πιο βαρύ

Έτσι αμίλητη όπως φεύγει η ζωή
βαριές κατάρες στους φονιάδες ξεστομίζει
κι όπως το χτύπημα στο έδαφος χρυσίζει
μοιάζει του στόχου η θανάσιμη βολή..

Γκαζάκια εδώ, γκαζάκια εκεί, γκαζάκια παραπέρα
Φύσα αέρα, φύσηξε, και φτιάξε μου την μέρα..
Τα καναντέρ μας δεν πετούν δεν λένε να κουνήσουν
οι υδροφόρες ψάχνουμε νερό, φωτιές να σβήσουν..

Εγώ με ένα χαμόγελο πλατύ, όλους σας χαιρετάω,
δεν ξέρω ούτε που βρίσκομαι, ούτε το που θα πάω.
Μαζί μου όλα τα είδατε, παράπονο κανένα
η Αίτνα κυοφόρησε και γέννησε εμένα..

Με αφορμή τον καύσωνα όλα δικαιολογούνται, μειοδοσίες
πυρκαγιές, τα αυτιά μας που κουνιούνται
Έγινε η καρέκλα μου ηλεκτρική καρέκλα
ίσκιο δεν βρίσκω πουθενά, το λέω νέτα σκέτα

Όταν στηθούν γεννήτριες θα γίνει πανηγύρι
και οι άστεγοι απ’ την φωτιά θα ‘ρθουν απ’ το τσαντίρι
Μην φανταστείτε πως εχθρούς έχω δημιουργήσει
όλο και κάποιο πρόβατο θα με ξαναψηφίσει..

Τις σάρκες σου ξεσκίζοντας
ταΐζεις το θηρίο
που ζει στην αφθονία του
αρκούδα μες το κρύο

Είναι ικανό για «θαύματα»
που σ’ απογοητεύουν
ενώ τα παραμύθια του
τα αυτιά σου τα χαϊδεύουν

Διάλεξε και αποφάσισε
εσύ ή το θηρίο
το μόνο που είναι σίγουρο
αδύνατο και οι δύο

Στείλε ουρανέ την χάρη σου
να δώσει ευλογία
ένα παιδί μου χάρισε
ενός αετού φτερά

Στην αγκαλιά μου το κρατώ
μες της ψυχής τον θρόνο
ένα καράβι γίνομαι
που πλέει στα ανοιχτά

Παιδί μου τα ματάκια σου
των αστεριών η λάμψη
τις νύχτες που ομορφαίνει
το διάβα του ουρανού

όπου περνάς ανθίζουνε
της φύσης τα λουλούδια
και οι σκέψεις ταξιδεύουνε
στα πέρατα του νου

Στόλος απαρχαιωμένος
με μνημόνια στημένος
άλλος ζει και άλλος πεθαίνει
το εκαβ δεν προλαβαίνει

Δεν κινούνται τα ρημάδια
της φθοράς είναι σημάδια
άσχημα είναι τα χαμπάρια
σαν πεισμώνουν σαν μουλάρια

Δεν κινούνται τα ρημάδια
λείπουν λάστιχα και λάδια
περιμένοντας πεθαίνεις
και ποιος φταίει δεν μαθαίνεις

Ρίχνουν κλήρο ποιον θα πάρουν
τους υπόλοιπους τρενάρουν
δεν γινήκανε προσλήψεις
άκυρες οι ανανήψεις

Παίζει ρόλο η ηλικία
για να ‘ρθει η σωτηρία
για το ψάρι που βρωμάει
όλος ο λαός μιλάει.

Για αυτό αν τύχει και ξαπλώσεις
και στον πανικό ενδώσεις
πέντε δάχτυλα ανοιγμένα
να μουντζώσουν μόνο εσένα

(Ο ανεπανάληπτος Κυρ είχε γράψει: Ο Γάμος είναι
ωραίο πράγμα, διότι δύο άνθρωποι αντιμετωπίζουν
μαζί, τα προβλήματα, τα οποία δεν θα είχαν αν δεν
παντρευόντουσαν)

Μήτσος: Θέλεις να γίνουμε τα δυο μία ψυχή ένα σώμα;
αργότερα αν ταιριάζουμε φτιάχνουμε κι ένα κόμμα..

Ευτέρπη: Μήτσο μου η ανάσα σου νομίζω πως μυρίζει
όπως το αυτονόητο ότι η γη γυρίζει..

Μήτσος: Ευτέρπη την μασχάλη σου αξύριστη την βρίσκω
σου δίνω απ’ το τριαντάφυλλο τον πράσινο τον μίσχο..

Ευτέρπη: Νομίζω πως η πρόταση πλεονεκτεί τα μάλα,
για τους γαϊδάρους που γυρνούν θα ρίξω μια ροχάλα..

Μήτσος : Στο σπιτικό που θα χτιστεί, το ρεύμα είναι κομμένο
γιατί η επιδότηση δεν είναι δεδομένο..

Ευτέρπη : Μήτσο μου το στομάχι μου μονίμως γουργουρίζει
να φταίει που η εκλογή δυνάστη συνεχίζει;

Μήτσος: Να ρίξω πρέπει τα χαρτιά να δω το τι μας φταίει,
άλλα όσα μας τάζουνε, άλλα η αλήθεια λέει..

Ευτέρπη: Να φτιάξεις πρέπει τα γυαλιά που χεις καθυστερήσει,
σαν εξετάσεις δύσκολη της πλάνης μας η ζήση..

Μήτσος: Λαχειοφόρο αγορά να βρούμε τα του γάμου
μετά φρενήρης καλπασμός στην ράχη της καλάμου..

Ευτέρπη: Φοβάμαι πριν την ώρα μου μην ταξιδέψω Μήτσο
αφού οι ξαφνικίτιδες αποτελούν το ρίσκο

Μήτσος: Ξεπέζεψε Ευτέρπη μου μην είσαι ψεκασμένη
από του γάμου τα δεσμά η μνήμη μόνο μένει..

Ευτέρπη: Την πρότασή σου θα δεχτώ μόνο ο θεός να δώσει
μην η πραγματικότητα όλους μας ξεστραβώσει..