Τα όρνια περιμένετε να ‘ρθουν για να σας φάνε
κι οι ανεμογεννήτριες σεμνά, σεμνά περνάνε..

Τα χρήματα φαγώθηκαν για τις πλημμύρες όλα
στους σκύλους που γαυγίζουνε θα ρίξουμε μια φόλα..

Γεφύρια που γκρεμίζονται στων φορτηγών το βάρος
έχουμε της ανάληψης των ευθυνών το θάρρος..

Που να μας πιάσει ντουβρουντζάς κάτω να μας ξαπλώσει
ότι κινείται και μιλάει με μας θα τελειώσει..

Υπάρχει προγραμματισμός τελειώσατε, σκουπίστε
το πεπρωμένο σας αυτό όλοι κατανοήστε..

Δεν είναι για πρωθυπουργός κάθε ένας γεννημένος
πρέπει και ψεύτης να μπορεί και πλήρως επαρμένος..

Στο σκηνικό καταστροφής όλοι λοιπόν καθίστε
και στις καινούριες εκλογές εμάς ξαναψηφίστε..

Οι κόρακες είναι πολλοί στα πτώματα γυρνάνε
και του λαού οι κοινοί θνητοί τα έντομα θα φάνε..

Καλό μην περιμένετε, μας έχει τελειώσει
μέχρι και η ευχή της μάνας σας, τίποτα δεν θα σώσει..

Στέκει και ψάχνει την φωλιά ξόανο που χεις κάψει
να μην σε βρει ησυχασμός, χώμα για να σε θάψει
όπως το ξύλο που έγινε μαύρο καταραμένο
να στέκεις μες τις συμφορές κλαδί καψαλισμένο
Τα μάτια σου τα ανοικτά κανείς να μην τα κλείσει
και η περιουσία σου του θάνατου μπαξίσι
Κλαίει η φύση και μετρά τις ανοικτές πληγές της
μονάχα εσύ δεν άκουσες τις ηχηρές κραυγές της
Τα ξεραμένα χείλη σου ποτέ μην δροσιστούνε
και οι φευγάτες οι ψυχές προδότη να σε πούνε
Εδώ τελειώνει η ζωή απ’ τα δικά σου χέρια
και όλες οι αμαρτίες σου σε σκοτεινά τεφτέρια
΄Εχεις στο μέτωπο βαθιά γραφή χαρακωμένη
για αυτά τα κακουργήματα ποινή σε περιμένει

Δαδιά

Στον Ρ@μα θα συνομιλώ πως είστε στην υγεία
πως δεν συμβαίνει τίποτα έχω την υποψία

Αυτός θα πει τρατάρουμε Μπελέρη στη φυλάκα
όμως εγώ δεν θα του πω τι λες ωρέ μακάκα

Τον φώναξα για να γευτεί ελληνική κουζίνα
μα εκείνος προφασίστηκε πως έκανε φασίνα

Τα θέματα τα σοβαρά θέλω να λύσω πρώτα,
στους γάμους των ομόφυλων θέλω να βάλω ρώτα

Σαν τενεκές ξεγάνωτος χαμογελώ τα μάλα
καλού κακού φυλάγομαι μην ρθει καμιά ροχάλα

Τι περιμέναν δηλαδή μετά τα συχαρίκια (41%);
καφέ πικρό να φτιάξουμε σε ξεφτισμένα μπρίκια;

Στην χώρα μας οι Αλβανοί σαν έλληνες δουλεύουν
σαν ΄Ελληνες πληρώνονται, κομπόδεμα μαζεύουν

Είμαι παιδάκι τσίφτικο Αμερικής καμάρι
μόλις θα ρθει διαταγή, ο διάολος θα με πάρει

Σαν αλαζόνας προχωρώ πάνω στην άμαξά μου
και αλλοίμονο σε όποιον βρεθεί, δίπλα μου
ή κοντά μου, αμέσως το μικρόβιο αυτό θα τον
προσβάλει (και από δω παν κι’ άλλοι..)

περιουσία μυθική είχα από παιδάκι,
και όταν στον θρόνο κάθισα (έπιασα το λαυράκι)
αμέσως το στοιχείο μου βρήκα να διαπρέψω
σαν παραστεί ο κίνδυνος σήμα για να εκπέμψω (112)

δεν έμεινε μια σπιθαμή άκαυτη που να πάρει
της ηγεσίας θηρευτής των ψήφων σας καμάρι..

Συνομιλίες αδιάφορες
και αδικίες κατάφορες
βαθιές ρυτίδες που χάραξα
σε αβαθή καταστάλαξα

Πολλές αγάπες που φύγανε
μέσα μου δέναν και λύνανε
ποτέ καμιά δεν νοστάλγησα
πάντα βιαζόμουν μα άργησα

Παιχνίδια μοίρας ανώφελα
να τα κρατήσω δεν όφειλα
δώσαν ότι ήταν να δώσουνε
ευθύνες να μου φορτώσουνε

Τα περασμένα φιλιώσανε
κλάψαν αυτόν που σκοτώσανε
τα σκηνικά δεν αλλάζουνε
φιλιά μαχαίρια ταιριάζουνε

Προτού να σβήσει η φωτιά στης φύσης τα «καμένα»
εγώ έβγαλα την άδεια, που σκέφτομαι εσένα
ξενοδοχείο θα χτιστεί «του δάσους η θυσία»
να εξευμενίσω τους θεούς, λαού ετυμηγορία..

Τα δέντρα δεν χρειάζονται, πλούσιος σαν θα γίνεις
θα έχεις εναλλακτικές σε ποια χώρα θα μείνεις
παίρνεις το «αερόπλοιο» στην Αφρική πηγαίνεις
με λίγα λόγια και απλά, λεφτάς λύνεις και δένεις..

Εμείς ποδηγετήσαμε και την κακούργα φύση
να κουρευτεί γουλί, γουλί, κλαδί να μην ανθίσει
πάνω στον θρόνο ο αρχηγός το σκήπτρο του κρατάει
ανάθεμά του, του κακού την γλώσσα που μιλάει..

Μας βρήκαν τόσες συμφορές μα εμείς καλά κρατάμε
οι τσέπες να χουνε λεφτά για να σας κυβερνάμε
μας ‘μαθαν πως ξαπλώνουμε γελάνε και οι πέτρες
στου πέλαγου το δίκαιο γινόμαστε επαίτες..

Φωτιά να καίει απ την μια, θάλασσα απ’ την άλλη
μες το κατακαλόκαιρο θα φτιάξουμε κεφάλι..

Πότε ο ΄Αδης έδιωξε την γη για να την κάψει
και εκεί που ζουν οι «ζωντανοί» έχει φωτιές ανάψει;

σαν μυστικό επτασφράγιστο γυρίζει η αλήθεια
να ξεκλειδώσει τις ζωές να ψάξει για βοήθεια..

εμείς ανήμποροι δειλοί με σφραγισμένα μάτια
μετράμε πάλι τις πληγές και χίλια δυο κομμάτια,

είναι οι ψυχές, που τριγυρνούν μέσα στα αποκαΐδια
μες τις ψευτιές που ακούγονται, τα ίδια και τα ίδια..

άκου την σάλπιγγα κουφέ, η ώρα θα περάσει
και αυτό το τραίνο δεν θα ρθει στην τελευταία στάση

άργησες και εισιτήριο δεν έβγαλες ακόμη
και όπου κι αν τρέξεις φεύγοντας, είναι κλειστοί οι δρόμοι..

μια αχτίδα ήλιου να φανεί, και εσύ αρματωμένος
θα αναρωτιούνται οι λογικοί, που πάει ο σκοτωμένος;

χίλια καντήλια άναψαν, οι ζωντανοί πενθούνε
γιατί την λέξη λευτεριά ποτέ δεν θα την πούνε..

Ας ήτανε να έφευγαν στην θέση σας εκείνοι
με τις βαριές του κάτω κόσμου συνειδήσεις
που είναι πολλοί κι αν ακουστούνε στις ειδήσεις
μια ανακούφιση στο στήθος θα φυτρώσει

Για εσάς το κρίμα του χαμού είναι μεγάλο
μέχρι και ο χάρος θα θελε να το αποτρέψει
και στους προδότες το δρεπάνι του να στρέψει
απ’ όλα τα άδικα ετούτο πιο βαρύ

Έτσι αμίλητη όπως φεύγει η ζωή
βαριές κατάρες στους φονιάδες ξεστομίζει
κι όπως το χτύπημα στο έδαφος χρυσίζει
μοιάζει του στόχου η θανάσιμη βολή..

Γκαζάκια εδώ, γκαζάκια εκεί, γκαζάκια παραπέρα
Φύσα αέρα, φύσηξε, και φτιάξε μου την μέρα..
Τα καναντέρ μας δεν πετούν δεν λένε να κουνήσουν
οι υδροφόρες ψάχνουμε νερό, φωτιές να σβήσουν..

Εγώ με ένα χαμόγελο πλατύ, όλους σας χαιρετάω,
δεν ξέρω ούτε που βρίσκομαι, ούτε το που θα πάω.
Μαζί μου όλα τα είδατε, παράπονο κανένα
η Αίτνα κυοφόρησε και γέννησε εμένα..

Με αφορμή τον καύσωνα όλα δικαιολογούνται, μειοδοσίες
πυρκαγιές, τα αυτιά μας που κουνιούνται
Έγινε η καρέκλα μου ηλεκτρική καρέκλα
ίσκιο δεν βρίσκω πουθενά, το λέω νέτα σκέτα

Όταν στηθούν γεννήτριες θα γίνει πανηγύρι
και οι άστεγοι απ’ την φωτιά θα ‘ρθουν απ’ το τσαντίρι
Μην φανταστείτε πως εχθρούς έχω δημιουργήσει
όλο και κάποιο πρόβατο θα με ξαναψηφίσει..

Τις σάρκες σου ξεσκίζοντας
ταΐζεις το θηρίο
που ζει στην αφθονία του
αρκούδα μες το κρύο

Είναι ικανό για «θαύματα»
που σ’ απογοητεύουν
ενώ τα παραμύθια του
τα αυτιά σου τα χαϊδεύουν

Διάλεξε και αποφάσισε
εσύ ή το θηρίο
το μόνο που είναι σίγουρο
αδύνατο και οι δύο