Την πόρτα σαν μου χτύπησες
ήτανε καλοκαίρι
για χρόνια το περίμενα
να πέσει ένα αστέρι

Όνειρο καλοκαιρινό
στα διψασμένα χείλη
το σύμπαν με θυμήθηκε
για αυτά που μου οφείλει

Τα θέλω μου ανθίσανε
πάλι χαμογελάω
τον ίδιο δρόμο τράβηξα
μαζί σου κι όπου πάω

Στις 2 του Απρίλη ο θεός
έφτιαξε τα αρχικά σου
πρόσθεσε το χαμόγελο
σμίλεψε την ματιά σου

κι όσα τα χείλη έγραψαν
πάνω στο πεπρωμένο
ένα μικρό φτερούγισμα
στο φως το αναμμένο

Ξεχάστηκαν οι αγκαλιές τα λόγια η λατρεία
τώρα καινούρια γράφουμε οι δυο μας ιστορία
πριν «εραστές» και κολλητοί δυο σιαμαίοι φίλοι
τώρα ο ένας τον άλλον αν σκεφτεί παίρνει το
καριοφίλι
έχει ο καιρός γυρίσματα όπου φιλούσες φτύνεις
λογαριασμό όμως γι αυτό να ξέρεις πως δεν δίνεις

Θα αποδεχθώ αυτό που λένε το ποιόν μου
κι όλες τις πράξεις μου σαν δίκαιος δικαστής
σαν το διαμάντι μες το φως καμάρωσέ με
βρες την γωνία οπτικής που θα με δεις

Σε προκαλώ να μην με κρίνεις αυστηρά
τον εαυτό μου πρέπει να υπερασπίσω
είναι τιμή μου και καμάρι η χαρά
απ τα φτερά σου τα λευκά που θα μαδήσω

Οι αυταπάτες σου για μένα ουτοπίες
πως δήθεν έχω μες το στήθος μου καρδιά
φθηνές γινήκαν της αγάπης ικεσίες
η αλήθεια είναι πως σε έδωσα στεγνά

Συγνώμες έρχονται και φεύγουν
τις λες μα δεν τις εννοείς
σε ξέρω σε καταλαβαίνω
όπως ο ήλιος θα κρυφτείς

εγώ μεγάλωσα μονάχη
και δεν αλλάζει πια αυτό
έπαιξαν βρώμικα οι αγάπες
χιλιο-παιγμένο σκηνικό

σε αφήνω ελεύθερο να φύγεις
τύψεις μην νοιώσεις θα ντραπούν
όσοι μπορούνε να αγαπήσουν
ξέρουνε μόνοι τους να ζουν

Απ’ το χώμα ξεφυτρώνω
σπόρος που χει ξεχαστεί
το όνομά μου σου δηλώνω
στο λουλούδι που θα βγει

΄Εχει η φύση συμφωνήσει
να σου δίνω την ζωή
με το χρώμα της αγάπης
που λησμόνησες εσύ

Είμαι μήνυμα σταλμένο
που ποτέ δεν θα χαθώ
μόνο στάξε στο κορμί μου
μια σταγόνα από νερό

Ξυστά στις ρόδες σου περνάω
ένα αδέσποτο γατί
τόσους θανάτους έχω διώξει
πριν ξημερώσει το πρωί

Πόσο κοστίζει μια αγάπη
πόσο κοστίζει μια αγκαλιά
ανθρώπων χέρια κουρασμένα
χείλη στεγνά από φιλιά

Εγώ γεννήθηκα στο δρόμο
μάνα ο αγέρας και η βροχή
ένα μου χτύπημα το τέλος
ένα φρενάρισμα η ζωή..

Λαγός τον θάμνο της σιωπής
κρύβεσαι φοβισμένος
απ τις εκεχειρίες σου
σχεδόν απελπισμένος

Μα δεν σου έφταιξε κανείς
στα λάθη που χεις κάνει
και για να εξομολογηθείς
μια προσευχή δεν φτάνει

Είναι συνήθεια των δειλών
τα χέρια να σηκώνουν
όταν καινούρια πρόσωπα
λίγο τους ζαχαρώνουν

Και αφήνουνε το παρελθόν
τρέχοντας να ξεφύγει
γιατί αποδεικνύονται
πως είναι τόσο λίγοι

Αλλιώτικα σε σκέφτομαι
σε νοιώθω σ αγαπάω
και ότι σε διεκδικεί
με το μυαλό νικάω

Σε μια άλλη διάσταση
είσαι παγιδευμένη
σου λείπω με χρειάζεσαι
μα παραμένεις ξένη

Ανάμεσά μας στεγανά
τα χέρια και αν σηκώνω
το πρόσωπό σου δεν μπορώ
να δω και τελειώνω

Νόμιζα πως η τύχη μου
ήταν καλή μαζί μου
το πρώτο στραβοπάτημα
τυχαίο ήταν κακό
όμως για δεύτερη φορά
την πάτησα με σένα
και αυτό το λάθος
φίλε μου μάλλον
σε αφορά

Το σύμπαν σ’ έστειλε θαρρώ
για να με δοκιμάσει
την αυτοδυναμία μου
ήθελε να σαρκάσει

Νόμιζα πως αδύνατον
ήταν να κάνω λάθος
κι ότι τα γκέμια κράταγα
στα χέρια μου σφιχτά
όμως η φαντασία μου
παιχνίδια μόνο παίζει
δεν παίρνω εγώ
την γνώμη της
ποτέ στα σοβαρά