Βαριά η πατρίδα ασθενεί
καλά ποιος θα την κάνει
τα πρακτικά απέτυχαν
έτοιμη να πεθάνει..

Οι νεκροθάφτες της ντροπής
(και της δικαιοσύνης)
λένε στον χάρο άγρια
παρ την μην την αφήνεις
θέλουν να εξαφανιστεί
η χώρα απ τον χάρτη
αυτό είναι το ζητούμενο
(είναι όλοι τους απάτη)

Τέτοιοι κακούργοι κρέμασμα
σε μιας συκιάς το μπράτσο
θέλουν γιατί εγκλήματα
έχουνε κάνει μάτσο
οι δε πολίτες να περνούν
μπροστά τους να τους φτύνουν
θυμό και αγανάκτηση
στα μούτρα τους να αφήνουν

Η ανοχή μας βάφτιση
μες τα δεινά της μοίρας
και γίνεται καθημερνά
φίλε, της κακομοίρας..

Στο περιθώριο που μπήκες της ζωής μου
εγώ δεν έφταιξα να ξέρεις μόνο εσύ
σου ‘δωσα αγάπη μέσα από όλη την καρδιά μου
και εσύ την άφησες σαν έφυγες μισή

Ντροπή δεν έχεις ούτε μάτια δακρυσμένα
για την ευθύνη αυτή που σου αναλογεί
φύγε και κρύψου σε υπόγεια θαμμένα
δεν σου ταιριάζει της αγάπης η τιμή

΄Εστεκες στην άκρη του γκρεμού
άπλωσα το χέρι να σε πιάσω
μπήκες στης ζωής μου το κενό
κάτι που ποτέ δεν θα ξεχάσω

Φεύγεις όπως ήρθες ξαφνικά
ξέχασες αυτήν την κίνησή μου
και γυρνάς τον χρόνο στα στερνά
ένα λάθος όλη η ζωή μου

Δεν ζητάω για μένα πληρωμή
το θεός το ξέρει τι αξίζεις
ένα τραύμα μένει ανοικτό
κι άμα σε σκεφτώ μου το θυμίζεις

Την πόρτα σαν μου χτύπησες
ήτανε καλοκαίρι
για χρόνια το περίμενα
να πέσει ένα αστέρι

Όνειρο καλοκαιρινό
στα διψασμένα χείλη
το σύμπαν με θυμήθηκε
για αυτά που μου οφείλει

Τα θέλω μου ανθίσανε
πάλι χαμογελάω
τον ίδιο δρόμο τράβηξα
μαζί σου κι όπου πάω

Στις 2 του Απρίλη ο θεός
έφτιαξε τα αρχικά σου
πρόσθεσε το χαμόγελο
σμίλεψε την ματιά σου

κι όσα τα χείλη έγραψαν
πάνω στο πεπρωμένο
ένα μικρό φτερούγισμα
στο φως το αναμμένο

Ξεχάστηκαν οι αγκαλιές τα λόγια η λατρεία
τώρα καινούρια γράφουμε οι δυο μας ιστορία
πριν «εραστές» και κολλητοί δυο σιαμαίοι φίλοι
τώρα ο ένας τον άλλον αν σκεφτεί παίρνει το
καριοφίλι
έχει ο καιρός γυρίσματα όπου φιλούσες φτύνεις
λογαριασμό όμως γι αυτό να ξέρεις πως δεν δίνεις

Θα αποδεχθώ αυτό που λένε το ποιόν μου
κι όλες τις πράξεις μου σαν δίκαιος δικαστής
σαν το διαμάντι μες το φως καμάρωσέ με
βρες την γωνία οπτικής που θα με δεις

Σε προκαλώ να μην με κρίνεις αυστηρά
τον εαυτό μου πρέπει να υπερασπίσω
είναι τιμή μου και καμάρι η χαρά
απ τα φτερά σου τα λευκά που θα μαδήσω

Οι αυταπάτες σου για μένα ουτοπίες
πως δήθεν έχω μες το στήθος μου καρδιά
φθηνές γινήκαν της αγάπης ικεσίες
η αλήθεια είναι πως σε έδωσα στεγνά

Συγνώμες έρχονται και φεύγουν
τις λες μα δεν τις εννοείς
σε ξέρω σε καταλαβαίνω
όπως ο ήλιος θα κρυφτείς

εγώ μεγάλωσα μονάχη
και δεν αλλάζει πια αυτό
έπαιξαν βρώμικα οι αγάπες
χιλιο-παιγμένο σκηνικό

σε αφήνω ελεύθερο να φύγεις
τύψεις μην νοιώσεις θα ντραπούν
όσοι μπορούνε να αγαπήσουν
ξέρουνε μόνοι τους να ζουν

Απ’ το χώμα ξεφυτρώνω
σπόρος που χει ξεχαστεί
το όνομά μου σου δηλώνω
στο λουλούδι που θα βγει

΄Εχει η φύση συμφωνήσει
να σου δίνω την ζωή
με το χρώμα της αγάπης
που λησμόνησες εσύ

Είμαι μήνυμα σταλμένο
που ποτέ δεν θα χαθώ
μόνο στάξε στο κορμί μου
μια σταγόνα από νερό

Ξυστά στις ρόδες σου περνάω
ένα αδέσποτο γατί
τόσους θανάτους έχω διώξει
πριν ξημερώσει το πρωί

Πόσο κοστίζει μια αγάπη
πόσο κοστίζει μια αγκαλιά
ανθρώπων χέρια κουρασμένα
χείλη στεγνά από φιλιά

Εγώ γεννήθηκα στο δρόμο
μάνα ο αγέρας και η βροχή
ένα μου χτύπημα το τέλος
ένα φρενάρισμα η ζωή..