Φεύγεις αγόρι μου γλυκό
σαν άνεμος μακριά μου
απόψε η γη δεν με χωρά
πονούν τα σωθικά μου

Ποιος θα ‘ρχεται ξημέρωμα
τώρα να με ξυπνάει
στο κουρασμένο σώμα μου
επάνω να ακουμπάει

Λευκό κερί τα χνάρια σου
σημάδι στην ψυχή μου
γιατί σε αγάπησα πολύ
και σε είχα σαν παιδί μου

Κρύβει η σιωπή των λόγων μου
τις πιο γλυκές τις λέξεις
πάρε μαζί σου όσες θες
τις νύχτες για να αντέξεις

Αυτή η αγάπη μας θα ζει
μονάχα για τους δυο μας
και θα ναι το απόλυτο
και αιώνιο μυστικό μας

Αντίο αγόρι δεν μπορώ
τον κόμπο στον λαιμό μου
μες της ζωής το λεύκωμα
θα σε έχω σαν θεό μου

΄Ορκο σου δίνω πως ποτέ δεν θα ξεχάσω
γλυκό μου αγόρι όσα ζήσαμε μαζί
με βοηθούσες την ψυχή να ησυχάσω
με τα δυο μάτια σου που δίνανε ζωή..

Ηλιοβασίλεμα μουσούδα γερασμένη
φεύγεις για πάντα και δεν ξέρω που θα πας
αφήνεις πίσω την ματιά μας δακρυσμένη
γιατί της έμαθες πως είναι ν’ αγαπάς..

Θα σε χαϊδεύω στα όνειρά μου όσο υπάρχω
το όνομά σου θα φωνάζω στα κρυφά
να μην μ ακούσουν και να πουν η σαλεμένη
τι ψιθυρίζει πάλι μες τα σκοτεινά..

Μιλιά δεν είχες όμως μια χαρά μιλούσες
όταν με κοίταζες λοξά και πονηρά
για τους μεζέδες δίπλα μου εκλιπαρούσες
και εγώ σε φίλευα μπουκίτσες στα κρυφά..

Σε ευχαριστώ για όσα έζησα μαζί σου
μην με ξεχάσεις μες τους λόφους που θα πας
να είσαι ήσυχος οι γάτες μην φοβούνται
τώρα μεγάλωσες δεν πρέπει να τραβάς..

Να ξεγελάς έχεις τον τρόπο
δίχως προσπάθεια και κόπο
με ένα χαμόγελο ουσίας
τίτλο ψυχής και ιστορίας

Δεν σου κοστίζει να μοιράζεις
τις υποσχέσεις που αδειάζεις
πλήρες το βιογραφικό σου
κι όλο το κρίμα στο λαιμό σου

΄Ιδιος απ έξω και από μέσα
δεν έμαθες την λέξη μπέσα
σου επιστρέφω τα κλειδιά σου
και να χαθούμε, άντε γεια σου

Κάνει η φωτιά το έργο της
και εγώ τα σχέδιά μου
άλλα τα θέλω του λαού
και άλλα τα δικά μου

Το πρόβλημα σημαντικό
δεν στρίβουν τα ρημάδια
για να ανεβούνε στο βουνό
τα δάση παίρνουν «άδεια»

Για κάθε πρόβλημα λοιπόν
υπάρχει μία λύση
και αυτό ισχύει μέχρι να
ο βλάκας μας ψηφίσει..

Δεν ξέρω αν είναι φυσικές
του ανθρώπου οι μεταλλάξεις
(δεν απομένει τίποτα ανθρώπινο
να ψάξεις)

που να θυμίζει τις παλιές
δικές του ιστορίες
(μόνο το δέρμα του φιδιού
κινεί τις υποψίες)

πως πρόκειται για τον γνωστό
εκείνον που χες μάθει
(απ τα γνωστά ιδιαίτερα
ατομικά του πάθη)

Κάτι θυμίζει απ’ τα παλιά
(ο ξενιστής δουλεύει)
και η θύμηση τον γνώριμο
αγαπητό χαϊδεύει

Βαίνει προς ταυτοποίηση
σε άλλες περιπτώσεις
και παραμένει εκκρεμές
το τι μπορείς να σώσεις

Μονάχα εσύ καμάρι μου
παιδί μου του πελάγους
δεν χάνεις τα σημάδια σου
του φτερωτού μου πάθους

Φωνάζεις από μακριά
είμαι παιδί αγάπης
κι απ τα δεσμά της αγκαλιάς
δεν φεύγεις, να μην πάθεις..

Κάψαμε ότι βρήκαμε
βιάσαμε τα πάντα
την χώρα προχωρήσαμε
τραβώντας με ιμάντα

Τις τσέπες μεγαλώσαμε
ευρώ είναι γεμάτες
και φίλους αποκτήσαμε
που χουν μεγάλες πλάτες

Θα πω και εις ανώτερα
ο στόχος παραμένει
να μείνουμε ελεύθεροι
στον χρόνο που μας μένει

Μάνα ασκούσες κριτική
σε μένα το παιδί σου
οι τύψεις θα σε τυραννούν
χωρίς να είμαι μαζί σου

΄Εχω το μάτι του τρελού
γελάω όταν δεν πρέπει
μάρτυς μου είναι ο θεός
που αντέχει όσα βλέπει..

Πολλούς φακέλους άνοιξα, έναν για κάθε μέρα
και αυτοί να ζουν στον κόσμο τους (με ονομασία λέρα)
αντί για να συνετιστούν να μαζευτούν λιγάκι
«τούρκικο» πίνουν καφέ και εισπράττουν «παραδάκι»

Που βρέθηκαν όλοι μαζί στην χώρα μαζεμένοι
και πρέπει εγώ το θηλυκό (το τι τους περιμένει..)
να αποφασίσω για αυτούς, μπορεί για τα παιδιά τους
ενώ όλα μου τα γράφουμε συνέχεια στα απ αυτά τους.

αφού για να συμμορφωθούν δεν έχουνε ελπίδα
τους «θαρραλέους ποντικούς» θα πιάσω με παγίδα

θα βάλω μες τις τσέπες τους λιγάκι δυναμίτη
για να τους πέσει ή δυνατόν και η ψηλή η μύτη
και ύστερα σημαδεύοντας ευρώ τους δελεάζω
«οπεκεπε μανάρι μου» στο αυτί θα τους φωνάζω

Θα κλείσω σκουληκότρυπες και ύστερα θα ψεκάσω
τις κατσαρίδες με φτερά μήπως και τις φωλιάσω
οι 7 πληγές του Φαραώ αυτοί είναι για την χώρα
Πολύ μεγάλο μπλέξιμο ανάθεμα την ώρα..

Στα τόσα χρόνια μια φορά
θα σ’απογοητεύσω
τους κόπους της αγάπης μου
θα ήθελα να δρέψω
και θα σταθείς υπόλογος
εξήγηση θα δώσεις
χέρι γιατί δεν μου δωσες
και έφυγες πριν με σώσεις

κόλλησα σαν την μέλισσα
στου λουλουδιού την γύρη
το παρελθόν σου ύποπτο
και άρχισε να με φθείρει
ποιος ήσουν που κρυβόσουνα
γιατί δεν το χα νοιώσει
και δεν μπορεί ούτε ο θεός
τώρα να με γλυτώσει

στο βάλτο της απόγνωσης
περπάτησα για χρόνια
ήταν βαθιά η μοναξιά
χωρίς καμιά συμπόνοια
όμως μες τον καθρέφτη μου
το καθαρό μου βλέμμα
μου λέει ξέρεις να αγαπάς
εσύ δεν είσαι ψέμα

Ούτε σταγόνα από νερό, ξεράθηκε το στόμα
κι εγώ σαν τον βρυκόλακα να πιώ λιγάκι ακόμα
οι εφιάλτες το μυαλό συνέχεια βασανίζουν
τα δάση που «εκάηκαν» στον ύπνο μας μας βρίζουν
΄Εχω το ακαταλόγιστο μα αυτό δεν με πειράζει
κονδύλι ευρωπαϊκό για τις φωτιές φωνάζει
πως βάζουμε στον κορβανά το χέρι όταν πρέπει
να δώσουμε το κατιτίς όταν κανείς δεν βλέπει

Κατά διαβόλου σύμπτωση πως βγαίνουνε στην φόρα
και όλοι μας κράζουν αφειδώς, και όλους μας παίρνει η μπόρα
δίνουμε όπου θέλουμε, κάνουμε ότι μπορούμε
να την βολεύουν άριστα αυτοί που επιθυμούμε
τους πεινασμένους μην ακούς θα ψάξουν στα σκουπίδια
βαρέθηκα να εξηγώ τα ίδια και τα ίδια
νομίζουν πως διακοπές όπως εμείς θα κάνουν
αντί απλώς να επιζούν μέχρι που να πεθάνουν

Αυτά συμβαίνουν γενικά στο σπίτι στο λιβάδι
εμείς να ζούμε στην χλιδή, να βόσκει το κοπάδι
περνάει η ρουφιάνα η ζωή χωρίς να καταλάβεις
πόσο θα ρθει το επόμενο πακέτο (ευρωπαϊκό) που θα λάβεις
πως θα το διαχειριστείς, όλοι ευχαριστημένοι
να είναι απ τους κολλητούς, πατρίδα μου καημένη..