Κοίτα πως λάμπει ο ουρανός
που ακούει στο όνομά σου
και στέλνει τόση ζεστασιά
στην τρυφερή ματιά σου
και εγώ αφέντης του φωτός
με δύναμη ουράνια
δίνω την εντολή να μπουν
τα πλοία στα λιμάνια

Όλα υποκλίνονται μπροστά
στο θάμπος της ματιά σου
και τι δεν θα έδινα και εγώ
για να βρεθώ κοντά σου
και όπως θα πέσει η ματιά
μέσα στα δυο μου μάτια
όλο το μακρινό το χθες
να γίνει δυο κομμάτια

Εσύ ο φάρος και οδηγός
και η ευχή της μάνας
εσύ προστάτης και θεός
και ο ήχος της καμπάνας

Λεμονανθέ μου το άρωμα δροσιάς που σε τυλίγει
την κουρασμένη μου ζωή μες τα φιλιά την πνίγει
οι πεταλούδες της χαράς κοντά μου τριγυρίζουν
και όλα τα όχι αυτής της γης όλα σε ναι γυρίζουν
Είσαι το αίμα που κυλά στις φλέβες μου ψυχή μου
και του παιδιού μου το παιδί δύο φορές παιδί μου!

΄Ητανε θέλημα θεού
της ευτυχίας δώρο
η παρουσία σου στην γη
και στης καρδιάς τον χώρο

Αγγέλων φτερουγίσματα
χαμόγελα, εικόνες
και στων ονείρων τα φτερά
του έρωτα σταγόνες

Μικράκι, πονηρόφατσα
χρόνια πολλά γιορτάζεις
στον άγνωστο τον ουρανό
του μέλλοντος φαντάζεις

Αστέρι που γεννήθηκε
στων ήλιων την χημεία
είσαι εκπλήρωση ζωής
και της χαράς μαγεία!

Μια τηγανιά λαγόψαρα
θέλω να σου σερβίρω
στου αφανισμού τον όλεθρο
για να σε παρασύρω
κι όταν χτυπήσουν τύμπανα
για τον αφανισμό σου
να ξέρεις πως εγώ ποτέ
δεν ήμουν στο πλευρό σου

Μιας Κυριακής απόγευμα
θα γίνει η τελετή σου
και ένας ολόκληρος λαός
γελώντας στην πομπή σου
θα ευχαριστεί τον ύψιστο
για αυτή την συμβολή του
να ανεβεί το ηθικό και η
απαντοχή του

Εσύ δεν έκλαψες ποτέ
για όλα τα θύματά σου
τώρα στο πυρ το εξώτερον
θα κάψεις την ουρά σου
ξέχασα και τους τρόπους μου
με σένα που είχα μπλέξει
τώρα στην θέση την κενή
θα βάλω τον Αλέκση..

Σ αγγίζω και είναι δανεικές
όσες στιγμές μου έχεις κλέψει
και όλες ζητούν επιστροφή
ξέρει η καρδιά τι να διαλέξει
η σκέψη πίσω με γυρνά
αιχμαλωτίζεται η καημένη
στα χρόνια που ήμασταν μαζί
ένας στον άλλον μυημένοι

έχασες που ήθελες να φύγεις
όλα τα λάθη είναι δικά σου
πως στο σκοτάδι σε τραβούσα
έλεγες κι ήμουνα σκιά σου

Εγώ θα πιω για σένα τώρα
και δεν πληρώνω ούτε δεκάρα
στης μνήμης μου τον εφιάλτη
επιστροφή ίσον λαχτάρα
κι αν βρήκες τρόπο να ριζώσεις
σε άλλης γωνιάς το προσκεφάλι
το ίδιο έργο στην οθόνη
κι ύστερα μόνος σου και πάλι

Θέλεις τα αναδρομικά
και εγώ να τα ξεχάσεις
αφού δεν θα τα χρειαστείς
στον ΄Αδη όταν φτάσεις

Ουδέν κακόν το γνώριζες
το αμιγές καλού θα μάθεις
μετά από την ψήφο σου
την νήλα σου θα πάθεις

αν πόθησες πανύβλακα
Φεράρι να οδηγήσεις
τράβα στο βενζινάδικο
τι παίρνει να ρωτήσεις

Εσύ θα μείνεις όσο ζεις
πρόβατο μες την στάνη
και εγώ βοσκός έστω και αν
το μάτι δεν με πιάνει

΄Εφτιαξε η πλάση άνθρωπο
με την μορφή του σκύλου
που χε τα μάτια εκφραστικά
και την καρδιά του φίλου
και πορευτήκαμε μαζί
με αγκαλιές και χάδια
στα κρύα βράδια του χιονιά
στων διακοπών την άδεια
Αιχμαλωτίζω τις στιγμές
που ζήσαμε παρέα
στης μνήμης το μακρόστενο
καράβι του Οδυσσέα..

Νοιώθω ακόμη στην παλάμη
την ζεστασιά στο χάϊδεμά σου
τρέχουμε μέσα στα λιβάδια
στο πλάϊ μου το άγγιγμά σου
οι μνήμες έχουνε κουρνιάσει
στου στεναγμού το προσκεφάλι
αχ να γινόταν στην ζωή μου
μέσα να ερχόσουνα και πάλι

Ρόλους αλλάξαμε το ξέρεις
ο σκύλος και το αφεντικό του
στην σκέψη ότι έχεις φύγει
το χέρι κάνει το σταυρό του
που πήγες τάχα με θυμάσαι
εγώ ποτέ δεν θα ξεχάσω
και στα όνειρά μου θα φοβάμαι
μήπως μου φύγεις και σε χάσω..

Φεύγεις αγόρι μου γλυκό
σαν άνεμος μακριά μου
απόψε η γη δεν με χωρά
πονούν τα σωθικά μου

Ποιος θα ‘ρχεται ξημέρωμα
τώρα να με ξυπνάει
στο κουρασμένο σώμα μου
επάνω να ακουμπάει

Λευκό κερί τα χνάρια σου
σημάδι στην ψυχή μου
γιατί σε αγάπησα πολύ
και σε είχα σαν παιδί μου

Κρύβει η σιωπή των λόγων μου
τις πιο γλυκές τις λέξεις
πάρε μαζί σου όσες θες
τις νύχτες για να αντέξεις

Αυτή η αγάπη μας θα ζει
μονάχα για τους δυο μας
και θα ναι το απόλυτο
και αιώνιο μυστικό μας

Αντίο αγόρι δεν μπορώ
τον κόμπο στον λαιμό μου
μες της ζωής το λεύκωμα
θα σε έχω σαν θεό μου

΄Ορκο σου δίνω πως ποτέ δεν θα ξεχάσω
γλυκό μου αγόρι όσα ζήσαμε μαζί
με βοηθούσες την ψυχή να ησυχάσω
με τα δυο μάτια σου που δίνανε ζωή..

Ηλιοβασίλεμα μουσούδα γερασμένη
φεύγεις για πάντα και δεν ξέρω που θα πας
αφήνεις πίσω την ματιά μας δακρυσμένη
γιατί της έμαθες πως είναι ν’ αγαπάς..

Θα σε χαϊδεύω στα όνειρά μου όσο υπάρχω
το όνομά σου θα φωνάζω στα κρυφά
να μην μ ακούσουν και να πουν η σαλεμένη
τι ψιθυρίζει πάλι μες τα σκοτεινά..

Μιλιά δεν είχες όμως μια χαρά μιλούσες
όταν με κοίταζες λοξά και πονηρά
για τους μεζέδες δίπλα μου εκλιπαρούσες
και εγώ σε φίλευα μπουκίτσες στα κρυφά..

Σε ευχαριστώ για όσα έζησα μαζί σου
μην με ξεχάσεις μες τους λόφους που θα πας
να είσαι ήσυχος οι γάτες μην φοβούνται
τώρα μεγάλωσες δεν πρέπει να τραβάς..