Κάθε ζωή και μια κλωστή
που την κρατά δεμένη
ας ήταν και να γνώριζε
τον χρόνο που της μένει

Εκεί ψηλά όταν βρεθείς
περίμενε και μένα
όσα κι αν χτίσαμε στην γη
όλα κατεστραμμένα

Μοιράζει ο θάνατος ποτά
στα ανθρώπινα ποτήρια
και υπόκωφα γκρεμίζονται
της ζήσης τα γεφύρια

Μέσα σε τούτη την κραιπάλη
η δύναμη σου αμφιβάλλει
αν θα μπορεί να το τολμήσει
στο σύνολο να τους τσακίσει
όσες κι αν μάζεψες μαγκούρες
οι δωρισθέντες σου σκοτούρες
δεν σου ‘δωσαν την ευκαιρία
για να τους στείλεις εξορία
Γελάνε μέχρι και οι πέτρες
που ζητιανεύουν οι επαίτες
τα ψίχουλα που τους πετάνε
μέσα στο πιάτο τους να φάνε
Καταραμένη οκνηρία
που κάνεις τόση φασαρία
που για το τίποτα παλεύεις
και στην κρεμάλα σου θα ανέβεις
Οι σπόροι χρόνια είναι σπαρμένοι
το μέλλον σου σε περιμένει
στην απομίμηση ζωής σου
μια βόλτα για να βγει μαζί σου
μασέλες στο δικό σου στόμα
γίνανε μπόλια σε ένα πτώμα
όλοι οι δοτοί οι πειναλέοι
στόμα που τίποτα δεν λέει
Κακούργοι θα τιμωρηθείτε
σαν στην σκηνή πάνω θα βγείτε
θαρθεί η Νέμεσις μπροστά σας
να σβήσει την οντότητά σας
χάσαμε ότι μας ανήκει
προσμένοντας να ρθει η νίκη
μονάχη της και δίχως κόπο
στης εγκατάλειψης τον τόπο
Αλί στα δύστυχα παιδιά μας
που θα γυρέψουν τα όνειρά μας
ποιος θα τους πει ότι τελειώνει
η ελπίδα τους μέσα στην σκόνη;

Στο έδρανο το χτύπημα
στα σιωπηλά θα φτύσω
στον όρκο που ζητήσανε
εγώ δε θα απαντήσω
Κλόουν θρασύδειλοι τυφλοί
νεκροί μελανιασμένοι
στον μούσκιο την απόφαση
να βάλετε καημένοι
(και τόσο λυπημένοι)
Πες μου εσύ ποιον προσκυνάς
για να σου πω ποιος είσαι
μαϊμού πάνω στο δέντρο σου
ρωτάς και προσποιείσαι
πως Έλληνας γεννήθηκες
Έλληνας θα πεθάνεις
στο μέτωπο η ταμπέλα σου
“ο κρίνων” ο χαϊβάνις.

Σε ψυχογράφημα απλό θα είσαστε κομμένοι
και με φτερά και πούπουλα
σε πίσσα κολλημένοι
που σας χλευάζουν τίμιοι
σας επαινούν θηρία
αυτή δε είναι ηθική και ακμαία πολιτεία
Ανοίχτε τα στραβάδια σας
και άντε που να χαθείτε
το τι σημαίνει δίκαιο
κάποια στιγμή να βρείτε…

Ετούτος ο κατακλυσμός
χρόνια πολλά κρατάει
βρέχει προδότες άτιμους
και μας σφυγμομετράει
πόσο πειθήνια πρόβατα
είμαστε μες τους λύκους
που στον ρυθμό των ρίχτερ τους
γκρεμίζουμε τους τοίχους
(βγάζοντας τους μακρόσυρτους
και φρικαλέους ήχους)

Ποια φαντασία νοσηρή
μας έχει φυλακίσει
σε αυτή την πολυτάραχη
και δυστυχή μας φύση
Απλώνονται χαμόγελα
σε ματωμένα δόντια
όπως μασάνε την ζωή
και βάζουνε εμπόδια
σε όποιον θα βρει την αντοχή
για αλήθειες να μιλήσει
και να τους πολεμήσει
(την άθλια τους ύπαρξη
μήπως και την νικήσει..)

Προφήτες δεν γεννήθηκαν
το μέλλον μας να δούνε
να στιγματίσουν τους κακούς
για να τιμωρηθούνε

Ακόμα μένεις άπραγος
τόσα που έχει πάθει
αθροίζοντας σε σύνολο
ωκεανούς με λάθη
που μέσα πνίγηκαν πολλοί
όπου και αν ανήκαν
την πόρτα της κολάσεως
σαν άνοιξαν και βγήκαν
΄Ερχονται τα φαντάσματα
δικαίωση ζητάνε
μες τα σκαμμένα μνήματα
οι υπεύθυνοι να πάνε

Να πάψουν οι αναστεναγμοί
καμπάνες να χτυπήσουν
και μόνο μες την λευτεριά
οι ΄Ελληνες να ζήσουν
΄Ωρα κακή σας δαίμονες
χρησμένοι δολοφόνοι
θέλει η ελπίδα δύναμη
και το σφυρί αμόνι

Αγάπη χρόνια απουσία
για να φανείς σε περιμένω
στην ζεστασιά σου να κουρνιάσω
μικρό παιδί και κουρασμένο

Αγάπη χρόνια ικεσία
της μοίρας που με σημαδεύει
βγάλε φτερά κοντά μου έλα
έχω ψυχή που σε γυρεύει

΄Ολοι φευγάτε απ’ την στενή
να γίνει ευρυχωρία, πρέπει να συνηθίσουμε
στην ατιμωρησία
Κι αν κομματάκι βίασες, σκότωσες η θα κλέψεις
τον λόγο απ’ τα θύματα αμέσως να γυρέψεις
Θα σας πληρώσουνε χρυσούς, λάσπη να μην πετάνε
μετά από την απόφαση και οι πέτρες θα γελάνε..

Τώρα το είδα το όνειρο, δίκη σωστή να γίνει
σε κάθε πονοκέφαλο, πάρε μια ασπιρίνη..
Δεν τιθασεύεις το κακό σε άνθιση αν είναι
τον πίνακα επιμελώς με σπόγγο σβήνε, σβήνε
άμα η τσέπη σου κρατά πλήρωσε αρκουδιάρη
να σύρει αμέσως ένοχο τον κάθε κατεργάρη
που τόλμησε και ζήτησε στο δίκιο του τα ρέστα
κι αν ξέρεις λόγια του θεού, θυμήσου τα και πέστα..

Κι εμείς το δίκιο ψάχνουμε και όποτε το βρούμε
μία σωστή απόφαση στα χρονικά θα πούμε..
Δεν θα δυσαρεστήσουμε εμείς την εξουσία
Κι άμα σας πιάσει ντουβρουτζάς και βρίσετε τα θεία
ποινές για αυτό προβλέπονται να μην το αγνοείτε
«Σωκράτηδες» στην τελική, το κώνειο να πιείτε..

Μες τα γρανάζια της τυφλής
ποτέ να μη σου τύχει
να μπλέξεις γιατί χάθηκες
είναι άρρωστη και βήχει
κι όσοι την εξετάσανε
είπανε πεθαμένη
πως είναι
όχι μόνο εδώ
σε όλη την οικούμενη
(και μια ανάσταση να δει
ποτέ δεν περιμένει..)

Γυαλίζουν τα άδεια μάτια της
και μόνο στην ιδέα,
ότι θα βγάλει απόφαση
δίκαιη και ωραία
το θύμα φέρνει σέρνοντας
στα πρόθυρα της τρέλας
τρέφεται από το κακό
με την μορφή της βδέλλας

Κι άμα τυχόν και θα βρεθεί
ο δίκαιος Αριστείδης
θα πέσει σε δυσμένεια
η θα τον φάει ο «φίδης»
γιατί μες το κολλέγιο
θα χαλαστεί η πιάτσα
τρελό θα τόνε βγάλουνε
ή θα του ρίξουν μπάτσα

΄Οσοι μπλεχτούν στα πίτουρα
θα το νε φαν οι κότες
φάλτσες θα πέσουν μουσικές
και πυρωμένες νότες
γέλια και δάκρυα μαζί
έξω ο νοικοκύρης
να μπει ο ενοικιαστής
των funds ο μουσαφίρης

Το περιτύλιγμα λιτό
το μέσα δεν προδίδει
νομίζεις είσαι βασιλιάς
έχεις και δαχτυλίδι
σε αυτή την άστατη ζωή
μια πάνω και μια κάτω
την μια που φτάνεις ουρανό
την άλλη πιάνεις πάτο
Άνθρωποι που δεν έμαθαν
γιατί είναι γεννημένοι
διαδρομή ως το θάνατο
απλή πεπατημένη
Ότι θα δώσεις έρχεται
σαν μπούμερανγκ κοντά σου
δίνεις στους άλλους τα φτερά
και χάνεις τα δικά σου

Τώρα ησύχασα

«Αυξήσεις» λένε στις συντάξεις
ισοσκελίζουν τα κλεμμένα
σου παίρνω χίλια και ευλογάω
γένια παπά και ξυρισμένα

Φθηνή σπορά της μήτρας ξύσμα
νεκρών διάλογος στον Άδη
άκληρη η ζήση σας να ήταν
ένα κομμένο παραγάδι

Να ρθει η αυγή γεμάτη φώτα
και με ελπίδες φορτωμένη
κι εσείς η συμφορά μιας νύχτας
από τις μνήμες μας σβησμένη

Νυχτερίδες γιαχνί στο τραπέζι
σχιστομάτη να τρως
να ναι νύχτα και σαν ξεκινήσεις
να σου κόψουν το φώς

Το φτερό στο λαιμό να σου κάτσει
και να ψάχνεις νερό
μια προσπάθεια ανάσα να πάρεις
να σκεφθείς το κακό

στην Γιουχάν τα παράσημα πήρες
και στον ώμο φοράς
όμως ξέρεις πως δεν θα φιλήσεις
τον σταυρό που κοιτάς

είναι κάποιες στιγμές που η σκέψη
με βουτιά στο κενό
να αρνηθεί την ζωή της ζητάει
κι ένα δάκρυ θαμπό