΄Εγινα γκέϊσα καλέ και στην Ιαπωνία
πίνω το τσάι το ζεστό και ασκώ διπλωματία
το τακουνάκι ξύλινο την σκάλα κατεβαίνει
με επενδύσεων ριπές την κρίση σας την ραίνει
(εις βάρος δε του τσύριζα το κόμμα ανεβαίνει)
Ο Αλέκσης είδε το όνειρο άγχος τον έχει πιάσει
απ’ την επιτυχία μου δεν θα με κατεβάσει
Ας πήγαινες αγόρι μου και εσύ ένα ταξίδι
ίδια αν ήσουν ικανός θα το χες κάνει ήδη..
Αλλού τα κακαρίσματα και αλλού γεννούν οι κότες
αν έργο δεν παράξουμε οι υπόλοιποι «ιππότες»
τα νύχια τους θα ξύνουνε να μας κατηγορήσουν
και οι απερίσκεπτοι ρωμιοί όλους να μας μαυρίσουν
το έργο μας θα χτυπηθεί με κριτικές και λόγια
(για όσους πλειστηριασμούς σε ανώγια και κατώγια)
για τα καλάθια τα φθηνά, και την τιμή στη φέτα
τις παρλαπίπες παροχές που μοίρασα αβέρτα..
Δεν είμαι βόας, δεν είμαι κροταλίας,
είμαι ο ρους της ιστορίας..

Σαν το κλειδί ο χρόνος γύρισε
στροφή να κάνει προς τα πίσω
κλειστά τα παιδικά της βλέφαρα
σκύβω εγώ να τα φιλήσω

έστρεψε ο θεός το βλέμμα του
την προσευχή μου για να ακούσει
έχω αγκαλιά ζεστή για σένα νε
που λαχταράει να σε κρατήσει

παιδί μου άκου πως ακούραστα
πονάει χρόνια η καρδιά μου
και καρτεράει μες την λαχτάρα της
την αφορμή να ‘ρθεις κοντά μου

Δες τα πουλιά πως προφυλάσσονται
απ’ την βροχή που τα χτυπάει
μες τις φτερούγες της μητέρας τους
ενώ ο βοριάς λυσσομανάει

΄Οταν κορίτσι μου γεννήθηκες
ήσουν το πρώτο μου τραγούδι
και όταν γιορτάζεις για τα μάτια σου
ανθίζει κάθε μου λουλούδι

πάτησες στο σώμα μου επάνω
ήθελες να αναρριχηθείς
τρέχω να προλάβω και δεν φτάνω
ήτανε το λάθος της στιγμής

όλα όπως αρχίζουν θα τελειώσουν
έμπλεξες και τις αποσκευές
ένα χτυπημένο αεροπλάνο
θα χαθεί στης πόλης τις σκεπές

σου δωσα φιλί να μεταλάβεις
έκανες χειμώνα τις νυχτιές
πες το δυνατά να το πιστέψεις
για όλα εγώ φταίω, εσύ δεν φταις

σέρνομαι σε ανήλιαγα πελάγη
μες τις καταιγίδες της ντροπής
βούλιαξε και τούτο το καράβι
μέσα στον πυθμένα θα με βρεις

Πως μαζεύομαι σαν μύγα
στα σκ@τά τα πατημένα
δεν κατάλαβα ποτέ μου
ούτε λέω σε κανένα

Είμαι γίγαντας στις δίκες
κι αν το μάτι δεν με πιάνει
ο κοντός είναι μια γάτα
τρέχει, το ποντίκι χάνει..

Φτύστε με μήπως ψηλώσω
που τις σόλες μου θα λιώσω
κι άμα κατηγορηθείτε
εγώ θα σας αθωώσω..

Για κοίτα που πεθαίνουνε
και δεν ειδοποιούνε
να δούμε τα καμένα μας
το πώς θα μαζευτούνε

έπιασε η φούρια τα ζαβά
που τρέχουν και δεν φτάνουν
τόσους κορμούς στο ξαπλωτό
σε τάξη για να βάνουν

Όλα στην ώρα τους θα ρθουν
ο βιαστικός σκοντάφτει
το βασιλόσογο θρηνεί
ποιος θα το κάνει ζάφτι

Όλα μαζί μας πέσανε
και πώς να τα προλάβω
θέλει καλή συγκρότηση
και άριστο εργολάβο

Μας έφαγε η οργάνωση
και η πέτρα στα νεφρά μας
από το ταρακούνημα
φεύγει, βοήθειά μας

Σαν βλέπει η σκύλα τον λαγό
τότε θα κατουρήσει
το κράτος το ακυβέρνητο
πώς να ορθοποδήσει;

Να βγει σε δημοπρασία
η δική σου ανυπαρξία
να φανεί ποιος θα πληρώσει
για να την εξαργυρώσει

Χρόνος μπαίνει χρόνος βγαίνει
η τιμή σου ανεβαίνει
πως πληρώνεται με αίμα
της ζωής σου ένα ψέμα

Οι γιορτές για τους μονάχους
είναι η θάλασσα στους βράχους
μόνο των παιδιών το βλέμμα
είναι της ζωής το στέμμα

Μέσα σε όλα η ελπίδα
ζει μες την θερμοκοιτίδα
ποιος θα την ενδυναμώσει
την αγάπη για να σώσει

Το της γέννησης αστέρι
είναι του θεού το χέρι
και το θαύμα προσδοκάει
μια ψυχή που να πονάει

Γλυκιά φωνούλα μου
η μελωδία της ψυχής
τραγουδισμένη
σε όλα τα μήκη και τα πλάτη
της αγάπης
ένα μπουμπούκι στην δροσιά του πρωινού
που ανοίγει τρέμοντας
Σκορπίζω όλες τις λέξεις μου
στα πόδια σου
Εσύ μικρέ μου πρίγκιπα
θα με δοξάσεις, σε όσα δεν μπόρεσα
σε όσα ολιγώρησα
Εσύ θα βρεις τον τρόπο
με τα μαγικά σου χέρια
να ζωντανέψεις συναισθήματα
που σώπασαν
με μια φωνή αλήθειας
καμπάνα στις σιωπές των ναρκωμένων
Και σαν ξυπνήσουμε, ορδές κατακτημένων
θα φανούν λευτερωμένοι
Εσύ η ελπίδα ενσυναίσθησης
Εσύ η δόξα της απόφασης
Στον ήλιο σου τα χέρια μου στεγνώνω
και κάνω έναν σταυρό ευγνωμοσύνης

Αγαπημένη μου ποιες σκέψεις σε βαραίνουν
κι οι λέξεις χάνονται δεν ξέρω που πηγαίνουν
κι αυτό το τείχος της σιωπής που μας κυκλώνει
είναι στις κρύες μας στιγμές το μαύρο χιόνι

Αγαπημένη μου βοήθα με να φτάσω
σε μέρη άγνωστα, από εσένα να περάσω
την χαραυγή να περιμένω μακριά σου
μες στα σεντόνια που δεν γέρνουν τα μαλλιά σου

Αγαπημένη μου τον όρκο που χα δώσει
για χίλιους λόγους το μυαλό έχει ακυρώσει
μην εμπιστεύεσαι του έρωτα τα λόγια
μπορεί να γίνουν του χαμού τα μοιρολόγια

Τι ανεξήγητη χαρά
χορός και πανηγύρια
καίγονται τσόλια και βρακιά
έξω από τα τσαντίρια
γέρνει το ψηλοτάκουνο
καημός σαν θα σκοντάψεις
για την αποκατάσταση
λαμπάδα να ανάψεις
Τσουβαλιασμένη στην σωρό
διόλου δεν διαφέρεις
όνομα συνεταιρικό
ούτε να το αναφέρεις..