Ζωοδότης ήλιος
Έφυγες κάτω απ’ τα σκεπάσματα μια μαύρη νύχτα σαν τον κλέφτη
Είχες το πρόσωπο αόρατο να μην φανεί μες τον καθρέφτη
Βύζαινε η αγάπη απ το στήθος σου “αλήθειες” για να μεγαλώσει,
και τις προθέσεις δεν κατάλαβε, του δολοφόνου, να σκοτώσει..
Εγώ σιρίτια για τους ώμους μου δεν ζήτησα ούτε θα πάρω,
κι έστελνα φως μες το σκοτάδι σου, σαν τον παντέρημο τον φάρο..
Την ζεστασιά μου δεν ορμήνεψες με πράξεις όπως είχα ντύσει,
τσιγγάνα βρήκες μες στον δρόμο σου, τα άλυτα ” μάγια ” σου να λύσει..
Ντροπή δεν είχες ούτε ένοιωσες σαν σφάλιζες μες το σκοτάδι,
ψυχή που έτρεμε απ’ το φόβο της, να προχωρήσει στο σκοτάδι..
Δεν κλαίω πάνω στα χαλάσματα
Ήταν φτιαγμένα για να πέσουν
Κλαίω για το μέγεθος της πλάνης μου
κι αλήθειες γράφω, κι ας πονέσουν
Κοιτώ στο βάθος του ορίζοντα
τον ήλιο να βγει περιμένω.
και ζωντανή ψυχή και σώματι
θα οδηγήσω το γραμμένο.