Τα χαρτόκουτα
Κοιμάσαι σε χαρτόκουτα ΄Ελληνα αδελφέ μου,
και εγώ σε καφετέρια τον πίνω τον καφέ μου,
γιατί η κρίση τελικά τα πράγματα ζυγίζει,
φαίνεται ο «αχαΐρευτος» και εκείνος που αξίζει..
Έτσι μου λένε οι αρχηγοί και εγώ σε συμπονάω
και απ’ της γιαγιάς την σύνταξη ένα καφέ κερνάω,
τον πρόσφυγα, που κάθεται πάνω στην Ειδωμένη,
και ένα Chipita κρουασάν, ολόφρεσκο προσμένει..
Μωσαϊκό δες γίναμε και όλοι μας κοιτάνε..
Οι «Ευρωπαίοι εταίροι μας» το δάκτυλο κουνάνε..
Χωματερές για πτώματα Ελλήνων ετοιμάζουν,
και όσες αξιοπρέπειες υπάρχουν.. ατιμάζουν..
Θα μείνει άραγε κανείς το όνειρο να ζήσει;
Ο τελευταίος που θα βγει, την πόρτα ας μας κλείσει..