Χιόνια

Χιόνια στις άκρες των ματιών, πάνω στα βλέφαρά σου
που αλλοιώνουν διακριτά την ορατότητά σου
βλέπεις σαν άσπρα τα μουντά, σαν φωτεινά τα μαύρα
και το συναίσθημα φωτιά, φωτιά καυτή και λάβρα

΄Ετσι σε έμαθε η ζωή για αγάπη να κοπιάζεις
και πριν προλάβεις να χαρείς, την μοναξιά να ανάβεις
γυμνή ζωή που διάλεξες με ρούχα να την ντύσεις
το κρύο πως θα χειριστείς, τους ξένους πως θα σβήσεις;

Εκείνους που για μαγικό ραβδί, την λήθη τους κρατάνε
και ποιο το θέλω σου ποτέ, να μάθουν δεν ρωτάνε
περπάτημα μοναχικό, πονούν τα κόκαλά σου
άγιος ο προσκυνητής, που θα βρεθεί κοντά σου

΄Ανθρωποι ομοούσιοι, με ελαστικές «τιράντες»
για να κρατάνε, τάχα μου, της ανθρωπιάς γιρλάντες

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *